
共用スペース
TODO
基本情報
ギリシャ語
κοινόχρηστος χώρος
読み方
キノフリストス ホロス・キノーフリストス ホーロス
ラテン文字表記
koinochristos choros
変化パターン
TODO
日本語訳
- 共用スペース
英語訳
shared space, common area
語源・派生・関連語
κοινόχρηστος(共用の、共同使用の)と χώρος(空間、場所)からなる連語。
集合住宅や施設などで、複数の人が共同で使う空間を指す。
関連語には κοινόχρηστοι χώροι(共用部分)、κοινόχρηστη αυλή(共同の中庭)、κοινόχρηστη κουζίνα(共用キッチン)、δημόσιος χώρος(公共空間)などがある。
共用スペース
- κοινόχρηστος χώρος(共用スペース)
- κοινόχρηστοι χώροι(共用部分)
- κοινόχρηστος χώρος πολυκατοικίας(集合住宅の共用スペース)
- Οι κοινόχρηστοι χώροι πρέπει να μένουν καθαροί.
- 共用部分は清潔に保たれなければならない。
- The common areas must be kept clean.
関連項目
同じ分類 [空間] の単語
- 端、先端、片隅(άκρη)
- 距離、隔たり(απόσταση)
- 意見、見方、眺め(άποψη)
- 角、隅、アングル材(γωνία)
- 管理、指揮、部局、方向、住所(διεύθυνση)
- 国道、高速道路(εθνική οδός)
- 〜から、〜に由来して、接頭辞 εκ- / εξ-(εκ)
- 〜から、〜に由来して、接頭辞 εκ- / εξ-(εξ)
- 外に、外で、海外に、外側(έξω)
- 直線、直線区間、まっすぐに(ευθεία)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン(ζώνη)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割(θέση)
- 方向、進路、方針、傾向、専攻(κατεύθυνση)
- 中心、拠点、施設、中枢、センター(κέντρο)
- くぼみ、穴ぼこ、道路の穴(λακκούβα)
- 中に、中へ、〜以内に(μέσα)
- 手段、媒体、中間、経由で(μέσο)
- 道、道路、〜路(οδός)
- 境界、限度、限界(όριο)
- 辺、側、側面、肋骨(πλευρά)
- 方位を定める、方向づける、志向する(προσανατολίζω)
- 方位、見当、方向づけ、進路指導(προσανατολισμός)
- 点、地点、兆候、記号(σημείο)
- 終わり、終点、終焉、料金(τέλος)
- 正方形、二乗、街区(τετράγωνο)
- 空間、場所、スペース、分野(χώρος)
同じ分類 [住居] の単語
- 風を通す、換気する、外気に当てる(αερίζω)
- 廊下、滑走路(διάδρομος)
- 部屋、客室、病室(δωμάτιο)
- 電気掃除機、掃除機(ηλεκτρική σκούπα)
- 椅子、役職、権力の座(καρέκλα)
- 共用の、共益費(κοινόχρηστος)
- 台所、キッチン、コンロ、料理、料理法(κουζίνα)
- ベッド、寝床(κρεβάτι)
- カーペット、絨毯(μοκέτα)
- 風呂、入浴、浴室、水浴び、海水浴、温泉場(μπάνιο)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬(πάγκος / μπάγκος)
- 井戸(πηγάδι)
- ほうき、掃除機(σκούπα)
- 家、住居、所帯(σπίτι)
- 屋根、住まい、宿、よりどころ(στέγη)
- 絨毯、カーペット、表面を覆うもの(τάπητας)
- 暖炉、有力家系(τζάκι)
- 壁(τοίχος)
- テーブル、食事、交渉の席(τραπέζι)
- 小さな絨毯、ドアマット(χαλάκι)
- 絨毯、敷物、ラグ、カーペット(χαλί)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社(αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水(ανθρακούχο νερό)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム(αντηλιακή κρέμα)
- 重力(βαρυτική δύναμη)
- 重力場(βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光(βόρειο σέλας)
- ゆで卵(βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード(δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路(εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー(ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯(ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機(ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード(ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流(ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波(ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系(ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石(ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂(κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ(κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸(κιτρικό οξύ)
- 気候変動(κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン(κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念(κοινή λογική)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット(κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭(κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市(λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭(λειρί του κόκορα)
- 白魔術(λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子(μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 黒魔術(μαύρη μαγεία)
- ブラックホール(μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター(μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草(μη με λησμόνει)
- ドライアイス(ξηρός πάγος)
- デンタルフロス(οδοντική κλωστή)
- 虹(ουράνιο τόξο)
- クレジットカード(πιστωτική κάρτα)
- 食洗機(πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機(πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔(πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔(πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急(πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー(πυρηνική ενέργεια)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位(σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論(στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号(ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー(τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト(τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー(τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ(φακοί επαφής)
- 体育(φυσική αγωγή)
- 自然災害(φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ(χρυσή τομή)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
連語
空間
住居