
円卓会議、円卓討論
TODO
基本情報
ギリシャ語
στρογγυλή τράπεζα
読み方
ストゥロンイリ トゥラペザ・ストゥロンイリー トゥラーペザ・ストゥロンギリ トゥラペザ・ストゥロンギリー トゥラーペザ
ラテン文字表記
stroggyli trapeza
変化パターン
TODO
日本語訳
- 円卓会議、円卓討論(参加者が対等に議論する形式)
英語訳
round table (conference, discussion)
語源・派生・関連語
στρογγυλός(丸い、円形の)の女性形 στρογγυλή と、τράπεζα からなる連語。
ギリシャ語には「テーブル」を表す語が二つあり、用法が分かれている。τράπεζα(女性形)は古代由来のかしこまった語で、現代では銀行、教会の祭壇(Αγία Τράπεζα)、血液バンクなどの制度的・儀礼的な「卓」を指す。一方、τραπέζι(中性形)はその指小形が日常語化したもので、家具としての机、食卓、食事の場面などは一般にこちらを使う。
そのため、家具としての「丸いテーブル」を言うときは στρογγυλό τραπέζι となる。一方、στρογγυλή τράπεζα という女性形の組み合わせは比喩表現として定着しており、参加者全員が対等の立場で議論する会議形式を指す。
中世イングランドのアーサー王伝説にある「円卓の騎士」(ιππότες της στρογγυλής τραπέζης)が背景にある比喩で、フランス語の table ronde や英語の round table を経て、政治、外交、学術の場面に広がった。
会議の文脈での関連表現には συζήτηση(議論)、διάλογος(対話)、διάσκεψη(会議、協議)などがある。
円卓会議、円卓討論
- συζήτηση στρογγυλής τραπέζης(円卓討論)
- οι ιππότες της στρογγυλής τραπέζης(円卓の騎士)
- στρογγυλή τράπεζα διαλόγου(対話の円卓)
関連項目
同じ分類 [社会] の単語
- 奮闘、闘い、試合(αγώνας)
- 変化、変更、取り替え、交換(αλλαγή)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 人間の、人間らしい、人道的な(ανθρώπινος)
- 決定、決心、判決(απόφαση)
- 保険、社会保険(ασφάλιση)
- 王、君主、バシレウス(βασιλεύς)
- 王、国王(βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の(βασιλικός)
- 女王、王妃(βασίλισσα)
- 助け、助力(βοήθεια)
- 議会、国会議事堂、意志、決意(βουλή)
- 世代、一族、ジェネレーション(γενιά)
- 創造、創作品、天地創造、被造世界(δημιουργία)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 公の、公共の、国立の(δημόσιος)
- 国際的な、国際の(διεθνής)
- 権利、権限、資格(δικαίωμα)
- 奴隷制度、隷属、地役権(δουλεία)
- 本部、議席、本拠地、座席、面(έδρα)
- 民族の、国家の、国民の(εθνικός)
- 民族、国民(έθνος)
- 平和、講和(ειρήνη)
- 施し、喜捨(ελεημοσύνη)
- 自由、独立(ελευθερία)
- ギリシャの、ギリシャ語の(ελληνικός)
- 結合、連合、化合物(ένωση)
- 会社、団体(εταιρεία)
- 会社、団体(εταιρία)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割(θέση)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級(ιεραρχία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム(καθυστέρηση)
- 規則、規範、ルール(κανόνας)
- 椅子、役職、権力の座(καρέκλα)
- 蜂起、クーデター、社会運動(κίνημα)
- 気候、雰囲気、風潮(κλίμα)
- 気候変動(κλιματική αλλαγή)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念(κοινή λογική)
- 共通の、共同の、共有の、普通の(κοινός)
- 共同体、コミュニティ(κοινότητα)
- 社会、交わり、共同生活(κοινωνία)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい(κοινωνικός)
- 庶民、民草(κοσμάκης)
- 世界、宇宙、人々(κόσμος)
- 国家、国家権力(κράτος)
- 円、周期、一連の活動、人の輪(κύκλος)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市(λαϊκός)
- 国民、民族、民衆、庶民(λαός)
- 自由、独立(λευτεριά)
- 質量、かたまり、大衆(μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の(μαζικός)
- 証人、目撃者、殉教者(μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- 構成員、手足、旋律、メロディ(μέλος)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- 生物、有機体、機関(οργανισμός)
- 世界の、全世界の、万有の(παγκόσμιος)
- 祖国、故郷(πατρίδα)
- 戦争、闘争、紛争(πόλεμος)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者(πολίτης)
- 売春、性的な不品行、色欲(πορνεία)
- 物、もの、こと、件、事態(πράγμα)
- 核、中心、果実の種、原子核(πυρήνας)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 旗、国旗、象徴(σημαία)
- 奴隷の身分、隷属、拘束(σκλαβιά)
- 衝突、対立、紛争、葛藤(σύγκρουση)
- 意識、自覚、良心(συνείδηση)
- 切開、切断、断面、交点、転換(τομή)
- テーブル、食事、交渉の席(τραπέζι)
- 義務、責務、負債(υποχρέωση)
- 友人、親愛なる、友好的な(φίλος)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
同じ分類 [政治] の単語
- 土台、基礎、基地、拠点、塩基(βάση)
- 王、君主、バシレウス(βασιλεύς)
- 王、国王(βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の(βασιλικός)
- 小さな王、レグルス(βασιλίσκος)
- 女王、王妃(βασίλισσα)
- 議会、国会議事堂、意志、決意(βουλή)
- 民主主義、民主政(δημοκρατία)
- 市、自治体、住民、市民、行政サービス、市の組織、市役所(δήμος)
- 国際的な、国際の(διεθνής)
- 力、能力、勢力(δύναμη)
- 地面、領土、土台、条件(έδαφος)
- 本部、議席、本拠地、座席、面(έδρα)
- 民族の、国家の、国民の(εθνικός)
- 民族、国民(έθνος)
- 平和、講和(ειρήνη)
- 選挙、選出、選抜(εκλογή)
- 自由、独立(ελευθερία)
- 質問、問い、国会質問、疑問文(ερώτηση)
- 蜂起、クーデター、社会運動(κίνημα)
- 社会的な、人付き合いのよい(κοινωνικός)
- 政党、コンマ、切れ目(κόμμα)
- 政府、政権、統治(κυβέρνηση)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市(λαϊκός)
- 自由、独立(λευτεριά)
- 戦闘、争い、闘い(μάχη)
- 正教会の管区、大聖堂、母都市(μητρόπολη)
- 県、行政区(νομός)
- 方位を定める、方向づける、志向する(προσανατολίζω)
- 方位、見当、方向づけ、進路指導(προσανατολισμός)
- 首都、中心地(πρωτεύουσα)
- システム、体系、体制(σύστημα)
- 傾向、電圧、張り(τάση)
- 大臣、長官(υπουργός)
- 票、投票、賛成票、小石(ψήφος)
- 冷たい、冷淡な、冷静な(ψυχρός)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社(αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水(ανθρακούχο νερό)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム(αντηλιακή κρέμα)
- 重力(βαρυτική δύναμη)
- 重力場(βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光(βόρειο σέλας)
- ゆで卵(βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード(δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路(εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー(ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯(ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機(ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード(ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流(ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波(ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系(ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石(ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂(κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ(κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸(κιτρικό οξύ)
- 気候変動(κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン(κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念(κοινή λογική)
- 共用スペース(κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット(κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭(κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市(λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭(λειρί του κόκορα)
- 白魔術(λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子(μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 黒魔術(μαύρη μαγεία)
- ブラックホール(μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター(μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草(μη με λησμόνει)
- ドライアイス(ξηρός πάγος)
- デンタルフロス(οδοντική κλωστή)
- 虹(ουράνιο τόξο)
- クレジットカード(πιστωτική κάρτα)
- 食洗機(πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機(πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔(πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔(πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急(πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー(πυρηνική ενέργεια)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位(σημείο του ορίζοντα)
- 郵便番号(ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー(τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト(τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー(τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ(φακοί επαφής)
- 体育(φυσική αγωγή)
- 自然災害(φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ(χρυσή τομή)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
連語
社会