
身分証明書、ID カード
TODO
基本情報
ギリシャ語
δελτίο ταυτότητας
読み方
デルティオ タフトティタス・デルティーオ タフトーティタス
ラテン文字表記
deltio taftotitas
変化パターン
TODO
日本語訳
- 身分証明書、ID カード
英語訳
identity card
語源・派生・関連語
δελτίο(票、〜カード)と ταυτότητα(同一性、身分)の属格 ταυτότητας からなる連語。直訳は「身分のカード」「同一性の票」で、フランス語 carte d’identité(身分証)からの翻訳借用。
ギリシャの公的な身分証明書(旧式は紙、現行はプラスチック)を指し、略称は ΑΔΤ(Αστυνομικό Δελτίο Ταυτότητας「警察身分証」)。日常では ταυτότητα だけで身分証を指すことも多い。
関連表現に αστυνομικό δελτίο ταυτότητας(警察発行の身分証)、διαβατήριο(パスポート)、δίπλωμα οδήγησης(運転免許証)。
身分証明書、ID カード
- αστυνομικό δελτίο ταυτότητας(警察発行身分証)
- αριθμός δελτίου ταυτότητας(身分証番号)
- φωτοτυπία του δελτίου ταυτότητας(身分証のコピー)
- δείχνω το δελτίο ταυτότητας(身分証を提示する)
- εκδίδω δελτίο ταυτότητας(身分証を発行する)
- ανανέωση δελτίου ταυτότητας(身分証の更新)
- Πρέπει να δείξετε το δελτίο ταυτότητάς σας στην είσοδο.
- 入口で身分証を提示してください。
- You need to show your ID card at the entrance.
- Εξέδωσα νέο δελτίο ταυτότητας τον περασμένο μήνα.
- 先月、新しい身分証を発行した。
- I got a new ID card last month.
関連項目
同じ分類 [法] の単語
- 教育、訴訟、治療、伝導 (αγωγή)
- 異端、異端派、異説、非主流派、選択、条件 (αίρεση)
- 疑い、確信のなさ、両義性、曖昧さ (αμφιβολία)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 決定、決心、判決 (απόφαση)
- 運動、練習問題、軍事演習、従事、行使 (άσκηση)
- 安全、治安、保証、保険 (ασφάλεια)
- 保険、社会保険 (ασφάλιση)
- 意見、見解 (γνώμη)
- 知性、知的創作物(法律)、天才、知の人 (διάνοια)
- 空き巣、泥棒 (διαρρήκτης)
- 違い、改善、差額、争い (διαφορά)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 権利、権限、資格 (δικαίωμα)
- 裁判所、法廷、司法機関 (δικαστήριο)
- 奴隷制度、隷属、地役権 (δουλεία)
- 自由、独立 (ελευθερία)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン (ζώνη)
- 規則、規範、ルール (κανόνας)
- 告発、容疑、分類、カテゴリー (κατηγορία)
- 動く、可動の、携帯の (κινητός)
- 泥棒、クレフテス、綿毛の種 (κλέφτης)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- 回路、ネットワーク (κύκλωμα)
- コード、法典、規範、写本 (κώδικας)
- 自由、独立 (λευτεριά)
- 強盗、詐欺師、悪徳業者 (ληστής)
- 証人、目撃者、殉教者 (μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- 運命, 宿命, 分け前, 組織単位, 度 (μοίρα)
- 法律、規範、法則 (νόμος)
- 条件、条項、用語、山 (όρος)
- 海賊、もぐりの業者 (πειρατής)
- 刑罰、罰、ペナルティー (ποινή)
- 顔、人物、人称、外観 (πρόσωπο)
- 水 (ύδωρ)
- 義務、責務、負債 (υποχρέωση)
- 税、税金、課税、貢ぎ (φόρος)
- 自然の、物理の、物理学者 (φυσικός)
同じ分類 [書類] の単語
- 許可、休暇 (άδεια)
- 申請、申込 (αίτηση)
- 領収書、証明 (απόδειξη)
- ファイル、書類、記録保管所 (αρχείο)
- 書誌、文献目録、参考文献、関連文献 (βιβλιογραφία)
- 聖書、白書 (βίβλος)
- 文字、手紙、学問、文学 (γράμμα)
- 票、〜表、公報 (δελτίο)
- 管理、指揮、部局、方向、住所 (διεύθυνση)
- 折り畳むこと、折り目、免許、学位証、証書 (δίπλωμα)
- 母親、面倒見の良い人、達人、名人、原本 (μάνα)
- 証明書 (πιστοποιητικό)
- 協定、契約 (σύμβαση)
- 契約、契約書 (συμβόλαιο)
- 身元、身分証明書 (ταυτότητα)
- 郵便の、郵便局の、郵便職員 (ταχυδρομικός)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 署名、サイン (υπογραφή)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
書類
法