
電気掃除機、掃除機
TODO
基本情報
ギリシャ語
ηλεκτρική σκούπα
読み方
イレクトゥリキ スクパ・イレクトゥリキー スクーパ
ラテン文字表記
ilektriki skoupa
変化パターン
TODO
日本語訳
- 電気掃除機、掃除機
英語訳
vacuum cleaner
語源・派生・関連語
ηλεκτρικός(電気の)の女性形 ηλεκτρική と σκούπα(ほうき)からなる連語。直訳は「電気のほうき」で、フランス語 balai électrique(電気ほうき)と英語 vacuum cleaner / sweeper からの翻訳借用として 1903 年ごろから広がった。
口語では ηλεκτρική を省いて σκούπα だけでも「掃除機」を指せる。
電気掃除機、掃除機
- οικιακή ηλεκτρική σκούπα(家庭用掃除機)
- επαγγελματική ηλεκτρική σκούπα(業務用掃除機)
- σακούλα ηλεκτρικής σκούπας(掃除機の集塵バッグ)
- σωλήνας ηλεκτρικής σκούπας(掃除機のホース)
- βάζω ηλεκτρική σκούπα(掃除機をかける)
- Πέρασα την ηλεκτρική σκούπα σε όλο το σπίτι.
- 家中に掃除機をかけた。
- I vacuumed the whole house.
- Η ηλεκτρική σκούπα χάλασε χθες.
- 昨日掃除機が壊れた。
- The vacuum cleaner broke yesterday.
関連項目
同じ分類 [道具] の単語
- 引目鋸、キツネの尻尾、ケイトウ (αλεποουρά)
- ライター (αναπτήρας)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 日焼け止めの、日焼け止め(別形) (αντηλιακός)
- 日焼け止めの、日焼け止め (αντιηλιακός)
- ポンプ、ポンプ座 (αντλία)
- 矢、や座、矢座 (βέλος)
- 発電機、ジェネレーター (γεννήτρια)
- ツル、鶴、クレーン、つる座 (γερανός)
- 角、隅、アングル材 (γωνία)
- 指針、指示棒、人差し指、指数、添字 (δείκτης)
- コンパス、糖尿病、コンパス座 (διαβήτης)
- 円盤、レコード、ディスク (δίσκος)
- 網、ネット (δίχτυ)
- 道具、工具 (εργαλείο)
- くびき、天秤、てんびん座、天秤座 (ζυγός)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン (ζώνη)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 魔法瓶、温かい、熱烈な (θερμός)
- カニ、蟹、パイプレンチ、右進みの編み方 (κάβουρας)
- ケーブル、電線 (καλώδιο)
- かまど、炉(文語)、ろ座 (κάμινος)
- カード、ハガキ (κάρτα)
- ギター (κιθάρα)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- 鍵、決め手、レンチ、キー、音部記号 (κλειδί)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 空調の、エアコン (κλιματιστικός)
- 糸、縫い糸 (κλωστή)
- 台所、キッチン、コンロ、料理、料理法 (κουζίνα)
- スプーン、さじ、一さじ分 (κουτάλι)
- クリーム (κρέμα)
- 狼、オオカミ、雄狼、旧式銃の撃鉄、おおかみ座 (λύκος)
- ナイフ、包丁、メス、刃 (μαχαίρι)
- 手段、媒体、中間、経由で (μέσο)
- 機械、装置 (μηχάνημα)
- カーペット、絨毯 (μοκέτα)
- 鉛筆、ペンシル型コスメ、鉛・弾丸、鉛のような重さ (μολύβι)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬(別形) (μπάγκος)
- バナナ、バナナ味のもの、バナナボート、ウエストポーチ、バナナプラグ、バナナシニヨン (μπανάνα)
- ベース、低音 (μπάσο)
- 流し、シンク、口汚い人 (νεροχύτης)
- メス、手術 (νυστέρι)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬 (πάγκος)
- オウム、物まねする人、ウォーターポンププライヤー、車載クレーン (παπαγάλος)
- サンダル、ペダル、支持部 (πέδιλο)
- 蝶、バタフライ、蝶形のもの、バタフライ針 (πεταλούδα)
- 皿、ひと皿、料理、皿形のもの (πιάτο)
- フォーク (πιρούνι)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 洗濯機、食洗機 (πλυντήριο)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- コップ、グラス、一杯 (ποτήρι)
- 方位磁石、コンパス、ピュクシス (πυξίδα)
- 時計、時計台、メーター、アサガオ (ρολόι)
- ほうき、掃除機 (σκούπα)
- ほうきの柄、ほうきの棒 (σκουπόξυλο)
- メスイヌ、雌犬 (σκύλα)
- 折りたたみ小刀、ポケットナイフ (σουγιάς)
- マッチ、切れ者、強い酒、塩酸 (σπίρτο)
- 飾り、装身具 (στολίδι)
- 映画、フィルム、リボン、テープ、サナダムシ (ταινία)
- 絨毯、カーペット、表面を覆うもの (τάπητας)
- 電話、電話機、電話番号 (τηλέφωνο)
- 弓、アーチ、弧 (τόξο)
- 三角形、三角形のもの、トライアングル (τρίγωνο)
- 車輪、回転体、研磨機、グラインダー、刑具 (τροχός)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- レンズ、カメラ、懐中電灯 (φακός)
- オーブン、かまど、パン屋、工業炉 (φούρνος)
- ブレーキ、急ブレーキの音 (φρένο)
- 小さな絨毯、ドアマット (χαλάκι)
- 絨毯、敷物、ラグ、カーペット (χαλί)
- タコ、荷締め用ゴムひも、排気マニホールド (χταπόδι)
- はさみ、ハサミ、削減、カット (ψαλίδι)
同じ分類 [住居] の単語
- 風を通す、換気する、外気に当てる (αερίζω)
- 廊下、滑走路 (διάδρομος)
- 部屋、客室、病室 (δωμάτιο)
- 椅子、役職、権力の座 (καρέκλα)
- 共用の、共益費 (κοινόχρηστος)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 台所、キッチン、コンロ、料理、料理法 (κουζίνα)
- ベッド、寝床 (κρεβάτι)
- カーペット、絨毯 (μοκέτα)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬(別形) (μπάγκος)
- 風呂、入浴、浴室、水浴び、海水浴、温泉場 (μπάνιο)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬 (πάγκος)
- 井戸 (πηγάδι)
- ほうき、掃除機 (σκούπα)
- 家、住居、所帯 (σπίτι)
- 屋根、住まい、宿、よりどころ (στέγη)
- 絨毯、カーペット、表面を覆うもの (τάπητας)
- 暖炉、有力家系 (τζάκι)
- 壁 (τοίχος)
- テーブル、食事、交渉の席 (τραπέζι)
- 小さな絨毯、ドアマット (χαλάκι)
- 絨毯、敷物、ラグ、カーペット (χαλί)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
道具
住居