⚡

発電機、ジェネレーター

TODO

基本情報

ギリシャ語

γεννήτρια

読み方

イェニトゥリア・イェニートゥリア・ゲニトゥリア・ゲニートゥリア

ラテン文字表記

gennitria

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 発電機、ジェネレーター

英語訳

generator

語源・派生・関連語

ヘレニズム期ギリシャ語の γεννήτρια(母、生む者)に由来。γεννήτρια は γεννάω / γεννώ(生む、発生させる)に女性の行為者名詞を作る接尾辞 -τρια が付いた形。さらに γεννάω は γένος(種、家系)や γίγνομαι(生じる、なる)と同じ語族で、印欧祖語で「生む、発生させる」を表す語根に遡る。

発電機を指す意味は、フランス語 génératrice(発電機、生成するもの)からの意味借用で定着した。フランス語 génératrice はラテン語 generare(生む、作り出す)に由来し、発想としては γεννάω の語族と対応している。

関連語に γέννηση(誕生、発生)、γεννάω / γεννώ(生む、発生させる)、ηλεκτρογεννήτρια(発電機)、δυναμό(ダイナモ、直流発電機)、εναλλακτήρας(交流発電機)、κινητήρας(モーター、エンジン)などがある。

発電機、ジェネレーター

  • εφεδρική γεννήτρια(予備発電機)
  • ηλεκτρική γεννήτρια(発電機)
  • φωτοβολταϊκή γεννήτρια(太陽光発電機)
  • γεννήτρια συνεχούς ρεύματος(直流発電機、ダイナモ)
  • γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος(交流発電機)
  • γεννήτρια βενζίνης(ガソリン発電機)
  • γεννήτρια πετρελαίου(石油・ディーゼル発電機)
  • η ισχύς της γεννήτριας(発電機の出力)
  • η τάση της γεννήτριας(発電機の電圧)
  • γεννήτρια παλμών(パルス発生器)
  • Η γεννήτρια παρείχε ρεύμα κατά τη διακοπή.
  • 停電中、発電機が電力を供給していた。
  • The generator supplied power during the outage.
  • Η μηχανή κινεί τη γεννήτρια.
  • エンジンが発電機を動かす。
  • The engine drives the generator.

関連項目

同じ分類 [道具] の単語

同じ分類 [物理] の単語

同じ分類 [工学] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語