🚒

火災、大火、山火事

TODO

基本情報

ギリシャ語

πυρκαγιά

読み方

ピルカヤ・ピルカヤー

ラテン文字表記

pyrkagia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 火災

英語訳

fire, conflagration

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の πῦρ(火)と καίω(燃やす、焼く)から作られた合成名詞で、古い πυρκαϊά の形を経て今に至る。-ιά は女性名詞を作る接尾辞。もとは火葬の薪山や大火を指した。

類義語に φωτιά(火、火災)。φωτιά が日常の火全般を指すのに対し、πυρκαγιά は人ひとりでは消せないほど広がる大規模な火を指すのに使うことが多い。報道・防災・行政の文脈によく出る。

火災

山火事や建物火災など、規模が大きく制御の難しい火災を表す。報道、防災、行政の文脈でよく使われる。

  • εστία πυρκαγιάς(火元、火災の発生源)
  • αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιάς(高まった火災の危険)
  • συναγερμός πυρκαγιάς(火災警報)
  • καταπολέμηση της πυρκαγιάς(消火活動)
  • κατάσβεση της πυρκαγιάς(火災の鎮火)
  • μετάδοση της πυρκαγιάς(火災の延焼)
  • πρόκληση πυρκαγιάς(放火、火災を引き起こすこと)
  • εφιαλτικές πυρκαγιές(悪夢のような大火災)
  • καλοκαιρινές πυρκαγιές(夏の山火事)
  • πρόληψη πυρκαγιών(火災予防)
  • εγκαύματα από πυρκαγιά(火災による火傷)
  • υλικές ζημιές από πυρκαγιά(火災による物的損害)
  • επικόρυφη πυρκαγιά / πυρκαγιά κόμης(樹冠火)
  • έρπουσα πυρκαγιά / επιφανείας πυρκαγιά(地表火)
  • το μέτωπο της πυρκαγιάς(火災前線)
  • Η πυρκαγιά αναζωπυρώθηκε.
  • 火災が再燃した。
  • The fire flared up again.
  • Η πυρκαγιά είναι σε εξέλιξη.
  • 火災が継続中である。
  • The fire is ongoing.
  • Η πυρκαγιά μαίνεται.
  • 火災が猛威を振るっている。
  • The fire is raging.
  • Η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα.
  • 火災はショートによって引き起こされた。
  • The fire was caused by a short circuit.
  • Η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο.
  • 火災が制御下に入った。
  • The fire was brought under control.
  • Οι δασικές πυρκαγιές προκάλεσαν οικολογική καταστροφή.
  • 森林火災が生態学的な壊滅をもたらした。
  • Forest fires caused ecological devastation.

関連項目

同じ分類 [火・炎] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語