🔥

暖炉、有力家系

TODO

基本情報

ギリシャ語

τζάκι

読み方

ヅァキ・ヅァーキ

ラテン文字表記

tzaki

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 暖炉
  2. 有力家系、名門

英語訳

fireplace, hearth, powerful family

語源・派生・関連語

トルコ語 ocak(炉、かまど)からの借用語。室内に造りつけた暖炉を指し、そこで燃えている火にも使う。

比喩では、長く影響力を持つ οικογένεια(家族、一族)や家柄を指す。とくに政界や上流社会の名門を、やや批判的に言うときに使う。

暖炉

  • ενεργειακό τζάκι(高効率暖炉)
  • θερμοδυναμικό τζάκι(熱循環式暖炉)
  • ηλεκτρικό τζάκι(電気暖炉)
  • τζάκι αερίου(ガス暖炉)
  • γωνιακό τζάκι(コーナー暖炉)
  • ξύλα για το τζάκι(暖炉用の薪)
  • σχάρα τζακιού(暖炉の火格子)
  • καθαρισμός του τζακιού(暖炉の掃除)
  • Ανάβω το τζάκι.
  • 暖炉に火を入れる。
  • I light the fireplace.
  • Το τζάκι καπνίζει.
  • 暖炉の煙の抜けが悪い。煙が室内に逆流している。
  • The fireplace is smoking.
  • Κάηκαν τα κούτσουρα και έσβησε το τζάκι.
  • 薪が燃え尽きて、暖炉の火が消えた。
  • The logs burned out and the fireplace went out.
  • Καθαρίζω το τζάκι από τις στάχτες.
  • 暖炉から灰を掃除する。
  • I clean the ashes out of the fireplace.

有力家系、名門

  • αριστοκρατικό τζάκι(貴族の名門)
  • ισχυρό τζάκι(力のある家系)
  • μεγάλα πολιτικά τζάκια(大物政治家一族、政界の名門)

関連項目

同じ分類 [火・炎] の単語

同じ分類 [住居] の単語

同じ分類 [家族] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語