👞

靴、シューズ

TODO

基本情報

ギリシャ語

παπούτσι

読み方

パプツィ・パプーツィ

ラテン文字表記

papoutsi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 靴、シューズ

英語訳

shoe

語源・派生・関連語

語源

παπούτσι は中世ギリシャ語の παπούτσιον(靴)から来た語で、そのもとにはトルコ語 papuç / pabuç(靴、スリッパ)がある。借用語として定着したのち、現代ギリシャ語で日常的な「靴」の基本語になった。

指小語 παπουτσάκι(小さな靴、子ども向けの靴)もある。

近い語

衣類全体を指す ρούχο(服、衣類)に対して、παπούτσι は足に履く靴そのものをいう。ふつうは足首を大きく越えない靴を広く指し、より高さのある履き物は別語で言い分けることが多い。

意味

主な意味は「靴、シューズ」。紳士靴、婦人靴、子ども靴、革靴、ひも靴、夏用の靴、整形外科用の靴、安全靴、作業靴、運動靴のように幅広く使える。サイズが合うかどうか、きついか、靴ずれするかといった言い方にもよく現れる。

成句での広がり

スポーツでは χρυσό παπούτσι(ゴールデンシュー)が得点王表彰の名として使われる。成句では、貧しさ、引退、相手を強く支配すること、相手を気にも留めないことなどを表す。

靴、シューズ

足を保護する履き物としての基本的な意味。ふつうは一足の靴や、その種類、部位、手入れ用品まで含めてこの語で言う。

  • ανδρικά / γυναικεία / παιδικά παπούτσια(紳士靴/婦人靴/子ども靴)
  • ανοιχτά παπούτσια(開いた靴、オープンタイプの靴)
  • δερμάτινα παπούτσια(革靴)
  • δετά παπούτσια(ひもで結ぶ靴)
  • καλοκαιρινά παπούτσια(夏向きの靴)
  • κομψά παπούτσια(上品な靴)
  • πάνινα παπούτσια(布靴)
  • ανατομικά / ορθοπαιδικά παπούτσια(足に合わせた靴/整形外科用の靴)
  • ορειβατικά / ποδοσφαιρικά παπούτσια(登山靴/サッカーシューズ)
  • παπούτσια ασφαλείας / εργασίας / πεζοπορίας(安全靴/作業靴/ハイキングシューズ)
  • αθλητικά παπούτσια με καρφιά(スパイク付きの運動靴)
  • παπούτσια για τρέξιμο(ランニングシューズ)
  • γλώσσα του παπουτσιού(靴のベロ)
  • κορδόνια του παπουτσιού(靴ひも)
  • μύτη του παπουτσιού(靴のつま先)
  • πάτος του παπουτσιού(靴の中敷き)
  • σόλα του παπουτσιού(靴底)
  • ρούχα, τσάντες και παπούτσια(服、かばん、靴)
  • βαφή / βερνίκι / γυαλιστικό παπουτσιών(靴用の染料/ニス/靴磨き)
  • ένα ζευγάρι παπούτσια(一足の靴)
  • Φοράω μεγάλο νούμερο παπούτσια.
  • 靴のサイズが大きい。
  • I wear a large shoe size.
  • Δεν μου κάνουν τα παπούτσια.
  • この靴は私に合わない。
  • These shoes do not fit me.
  • Δεν μου μπαίνουν τα παπούτσια.
  • この靴はきつくて入らない。
  • I cannot get these shoes on.
  • Με στενεύουν τα παπούτσια.
  • この靴はきつい。
  • These shoes feel tight on me.
  • Με χτυπάνε τα παπούτσια.
  • この靴で靴ずれする。
  • These shoes rub my feet.
  • Προβάρω παπούτσια.
  • 靴を試着する。
  • I try on shoes.
  • Τα παπούτσια μού είναι μεγάλα.
  • この靴は私には大きい。
  • These shoes are too big for me.
  • Τα παπούτσια μού είναι μικρά.
  • この靴は私には小さい。
  • These shoes are too small for me.

成句・表現

  • γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι
  • 考えなしにぺらぺらしゃべる人への言い方(直訳:舌は靴、頭は木の実の芯)
  • said of someone who chatters without thinking
  • κρέμασε τα παπούτσια του
  • サッカーを引退した。「スパイクを脱いだ」(直訳:彼は自分の靴を吊るした)
  • he retired from football; he hung up his boots
  • με μισό παπούτσι
  • ひどく貧しい。「着の身着のまま」(直訳:半分の靴で)
  • in extreme poverty; with next to nothing
  • παπούτσι απ’ τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο
  • 同郷の相手や地元の品のほうがよい。「地のものがいちばん」(直訳:故郷の靴なら、つぎはぎでもよい)
  • better someone or something from your own place, even if imperfect
  • του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι
  • 相手をきつく押さえつけて思い通りにする。「尻に敷く」(直訳:相手の両足を一つの靴に入れた)
  • to keep someone tightly under one’s control
  • του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι
  • 相手を追い出した、別れを告げた。「たたき出した」(直訳:相手に靴を手に持たせた)
  • to throw someone out; to dump someone
  • πήρε τα παπούτσια στο χέρι
  • 追い出されて立ち去った(直訳:靴を手に持って出ていった)
  • to leave after being thrown out
  • γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια
  • まったく気にかけない。「歯牙にも掛けない」(直訳:古い靴のところに書きつける)
  • not give a damn about someone or something
  • έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι / παπούτσι
  • 口がからからに乾いた(直訳:私の舌が草履/靴になった)
  • my mouth became completely dry

関連項目

同じ分類 [衣類] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語