🔑

鍵、決め手、レンチ、キー、音部記号

TODO

基本情報

ギリシャ語

κλειδί

読み方

クリディ・クリディー

ラテン文字表記

kleidi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 決め手、鍵となるもの
  2. レンチ、スパナ
  3. キー、鍵値、アクセスキー
  4. 音部記号
  5. 要石、糸巻き

英語訳

key, wrench, digital key, clef, keystone

語源・派生・関連語

印欧祖語で「鍵, 閉じる道具」を表す語根にさかのぼる古代ギリシャ語 κλείς(鍵, かんぬき)の指小形 κλειδίον(小さな鍵)を経て, 中世ギリシャ語の κλειδί(ν) を継承。語末の -ν が脱落して現代ギリシャ語の κλειδί の形になった。

派生に κλείδα(鎖骨, 鍵), κλειδάκι(小さな鍵, 指小形), κλειδαράς(錠前師), κλειδαριά(錠, 鍵穴), κλειδώνω(鍵をかける)。合成語に αντικλείδι(合鍵), γαντζόκλειδο(鉤爪レンチ), κλειδαμπαρώνω(しっかり閉ざす), κλειδάριθμος(PIN コード), κλειδοκύμβαλο(クラヴィコード, 鍵盤楽器), κλειδομαντεία(鍵占い), μπουλονόκλειδο(ボックスレンチ), μπουζόκλειδο(プラグレンチ)。

錠前に差し込んで開閉するための鍵を指す最も基本的な意味。πόρτα や玄関、金庫、車などの鍵を広く言える。

  • σιδερένιο κλειδί(鉄の鍵)
  • εφεδρικά κλειδιά(予備の鍵)
  • κλειδιά ασφαλείας(防犯用の鍵、セキュリティキー)
  • το κλειδί του γραφείου / του σπιτιού / της εξώπορτας(オフィス/家/玄関の鍵)
  • το κλειδί του χρηματοκιβωτίου(金庫の鍵)
  • μπρελόκ με τα κλειδιά(鍵の付いたキーホルダー)
  • θήκη για κλειδιά(キーケース)
  • ένα μάτσο / μια αρμαθιά κλειδιά(ひと束の鍵)
  • αντίγραφα κλειδιών / αντικλείδια(合鍵)
  • κρίκος κλειδιών(キーリング)
  • ηλεκτρονικό κλειδί(電子キー)
  • Γύρισε το κλειδί στη μίζα.
  • イグニッションに鍵を回した。
  • He turned the key in the ignition.
  • Χρησιμοποιώ μαγνητική κάρτα αντί κλειδιού.
  • 鍵の代わりに磁気カードを使っている。
  • I use a magnetic card instead of a key.
  • Δεν βρίσκω τα κλειδιά μου!
  • 鍵が見つからない!
  • I can’t find my keys!

決め手、鍵となるもの

比喩では、何かの実現や理解にとって決定的な役割を果たす人、物事、要素を指す。複合語の後半に入って「鍵となる〜」を表す形も多い。

  • γεγονός / ερώτηση / ζήτημα / κίνηση / λύση-κλειδί(鍵となる出来事/質問/争点/動き/解決策)
  • μάρτυρας / πρόσωπο-κλειδί(重要証人/鍵となる人物)
  • άνθρωπος-κλειδί(キーパーソン)
  • περιοχή / σημείο-κλειδί(要衝、重要地点)
  • χρονιά-κλειδί(重要な年、転機の年)
  • λέξη / φράση-κλειδί(キーワード、鍵語句)
  • ματς / ντέρμπι-κλειδί(重要な試合、天王山)
  • γονίδιο-κλειδί(鍵となる遺伝子)
  • έργο-κλειδί(代表作、要の作品)
  • παίκτης-κλειδί(キープレーヤー)
  • μέτρα-κλειδιά(重要施策)
  • προτάσεις-κλειδιά(重要提案)
  • θέση-κλειδί(要職)
  • Το κλειδί του προβλήματος είναι η σωστή ερώτηση.
  • 問題の鍵は、正しい問いを立てることだ。
  • The key to the problem is asking the right question.
  • Τα προσόντα είναι το κλειδί για την επαγγελματική αποκατάσταση.
  • 資質は、職業的な進路を切り開く鍵だ。
  • Qualifications are the key to professional advancement.
  • Κρατά τα κλειδιά των εξελίξεων.
  • 彼は展開を左右する鍵を握っている。
  • He holds the keys to how events will unfold.

レンチ、スパナ

技術の文脈では、ねじやナットを締めたり緩めたりする工具を指す。種類を添えて、さまざまなレンチやスパナを言い分ける。

  • γερμανικό κλειδί(モンキーレンチ)
  • μηχανικό κλειδί(機械用レンチ)
  • πολυγωνικό κλειδί(メガネレンチ)
  • κλειδί γενικής χρήσης(汎用レンチ)
  • κλειδί σύσφιξης(締め付け用レンチ)
  • κλειδιά με καστάνια(ラチェットレンチ)
  • κλειδιά αλλαγής ελαστικών(タイヤ交換用レンチ)
  • κλειδί του καλοριφέρ(ラジエーターのエア抜きキー)
  • κλειδί κονσέρβας(缶切り用のキー)
  • Έσφιξε τη βίδα με το κλειδί.
  • レンチでねじを締めた。
  • He tightened the screw with the wrench.

キー、鍵値、アクセスキー

情報技術では、データを識別・分類するためのキーや、暗号・認証・起動に使うキーを指す。データベースの鍵と、アクセス制御や暗号化の鍵の両方に広く使う。

  • κλειδί αναζήτησης(検索キー)
  • κλειδί κατακερματισμού(ハッシュキー)
  • πεδίο κλειδιού(キーフィールド)
  • κύριο / μερικό / ξένο / πρωτεύον / σύνθετο / υποψήφιο κλειδί(主/部分/外部/主キー/複合/候補キー)
  • δημόσιο / ιδιωτικό / κρυπτογραφικό κλειδί(公開鍵/秘密鍵/暗号鍵)
  • κλειδί ενεργοποίησης προγράμματος / άδειας χρήσης λογισμικού(プログラム/ソフトウェアライセンスのアクティベーションキー)
  • το κλειδί του συνδρομητή(加入者キー)
  • προσπέλαση αρχείου με κλειδί(キーによるファイルアクセス)
  • διακομιστής κλειδιών(キーサーバー)
  • Επιλέγει μια συμβολοσειρά ως πρωτεύον κλειδί.
  • 彼は文字列を主キーとして選ぶ。
  • He chooses a string as the primary key.
  • Αλλάζω το κλειδί πρόσβασης.
  • アクセスキーを変更する。
  • I change the access key.

音部記号

楽譜の冒頭に置いて音の高さの基準を示す記号を指す。どの音部記号で書かれているかを言うときに使う。

  • το κλειδί του ντο(ハ音記号)
  • το κλειδί του σολ(ト音記号)
  • το κλειδί του φα(ヘ音記号)
  • Σε ποιο κλειδί είναι γραμμένο το κομμάτι;
  • その曲はどの音部記号で書かれているの?
  • In which clef is the piece written?

要石、糸巻き

くさび形の部材として、アーチや丸天井を支える要石を指すことがある。また κιθάρα(ギター)のような弦楽器の糸巻きや、管楽器のキーも κλειδί と呼ぶ。

  • το κλειδί του θόλου(ドームの要石)
  • το κλειδί του τόξου(アーチの要石)
  • τα κλειδιά των πνευστών(管楽器のキー)
  • το κλειδί της κιθάρας(ギターの糸巻き)
  • το κλειδί του μπουζουκιού(ブズーキの糸巻き)

成句・表現

μυστήριο(謎)、παράδεισος(楽園)、πόλη(街)のような既存語と結びつく決まった言い方も多い。

  • με το κλειδί στο χέρι
  • すぐ使える完成渡しで、ターンキー方式の(直訳:鍵を手に持って)
  • turnkey; ready for immediate handover
  • το κλειδί του μυστηρίου
  • 謎を解く手がかり、真相の鍵(直訳:謎の鍵)
  • the key to the mystery
  • το κλειδί του Παραδείσου
  • 幸福や理想の実現に至る決め手(直訳:楽園の鍵)
  • the key to Paradise
  • το χρυσό κλειδί της πόλης
  • 都市から功労者に贈られる象徴的な鍵(直訳:街の黄金の鍵)
  • the golden key to the city

関連項目

同じ分類 [道具] の単語

同じ分類 [音楽] の単語

同じ分類 [コンピュータ] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語