🥁

リズム、ペース、様式

TODO

基本情報

ギリシャ語

ρυθμός

読み方

リスモス・リスモース・リトゥモス・リトゥモース

ラテン文字表記

rythmos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. リズム
  2. ペース
  3. 様式
  4. 音楽のリズム、曲調
  5. 韻律

英語訳

rhythm, pace, style, tune, meter

語源・派生・関連語

語源

古代ギリシャ語の動詞 ῥέω(流れる)から派生した ῥυθμός(流れや動きの整い方)に由来。ラテン語 rhythmus を経て、英語 rhythm にもなった。現代ギリシャ語ではリズムやペースを表すほか、建築や芸術の様式を指すのにも使われる。

リズム

人や物の動き方、その規則的な繰り返し、生理的な周期を指す。

  • σταθερός ρυθμός(一定のリズム)
  • ρυθμός των κυμάτων(波のリズム)
  • ρυθμός της κωπηλασίας(ボート競技のストロークのリズム)
  • αναπνευστικός ρυθμός(呼吸リズム)
  • βιολογικός ρυθμός(生体リズム)
  • κιρκαδικός ρυθμός(概日リズム)
  • καρδιακός ρυθμός(心拍リズム)
  • Περπατά με σταθερό ρυθμό.
  • 彼は一定のリズムで歩く。
  • He walks at a steady rhythm.
  • Ο ρυθμός της αναπνοής του άλλαξε.
  • 彼の呼吸のリズムが変わった。
  • His breathing rhythm changed.

ペース

仕事、成長、試合などの進み方や速さを表す。自分や場の調子をつかむ意味でもよく使う。

  • ρυθμός ανάπτυξης(成長率、成長ペース)
  • ρυθμός παραγωγής(生産ペース)
  • ρυθμός υλοποίησης του έργου(事業実施の進捗ペース)
  • με αργούς ρυθμούς(ゆっくりしたペースで)
  • με ραγδαίους ρυθμούς(急速に)
  • βρίσκω τον ρυθμό μου(自分のペースをつかむ)
  • χάνω τον ρυθμό μου(自分のペースを崩す)
  • Η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς.
  • テクノロジーはきわめて速いペースで進化している。
  • Technology is evolving at a very fast pace.
  • Μπήκαμε σε ρυθμούς τελικού.
  • 決勝モードに入った。
  • We’ve shifted into final-match mode.

様式

建築や美術で、作品や時代を特徴づける様式を指す。やや硬めで、歴史的な文脈でよく使う。

  • δωρικός ρυθμός(ドーリア式)
  • ιωνικός ρυθμός(イオニア式)
  • κορινθιακός ρυθμός(コリント式)
  • γοτθικός ρυθμός(ゴシック様式)
  • βυζαντινός ρυθμός(ビザンティン様式)
  • συνδυασμός ρυθμών(複数様式の組み合わせ)

音楽のリズム、曲調

μουσική(音楽)に合わせた拍やノリを指し、そこから曲調や耳に残る調べにも広がる。

  • αργός ρυθμός(ゆったりしたリズム)
  • γρήγορος ρυθμός(速いリズム)
  • έντονος ρυθμός(強いビート)
  • αφρικανικοί ρυθμοί(アフリカのリズム)
  • λατινοαμερικάνικοι ρυθμοί(ラテンアメリカのリズム)
  • αίσθηση του ρυθμού(リズム感)
  • Χορεύει στον ρυθμό της μουσικής.
  • 彼は音楽のリズムに合わせて踊る。
  • He dances to the rhythm of the music.
  • Ένας χαρούμενος ρυθμός γέμισε το δωμάτιο.
  • 陽気な曲調が部屋いっぱいに広がった。
  • A cheerful tune filled the room.

韻律

詩で、長短や音節、休止の配列から生まれるリズムを指す。

  • ιαμβικός ρυθμός(ヤンブ韻律)
  • τροχαϊκός ρυθμός(トロカイ韻律)
  • προσωδιακός ρυθμός(韻律的リズム)

成句・表現

  • ανεβάζω ρυθμούς
  • ペースを上げる、勢いを増す
  • to pick up the pace
  • με ρυθμούς χελώνας
  • 牛歩で、きわめてゆっくりと(直訳:カメの歩調で)
  • at a snail’s pace
  • σε ρυθμό πολυβόλου
  • 機関銃のような勢いで、立て続けに(直訳:機関銃のリズムで)
  • at machine-gun pace, in rapid succession

関連項目

同じ分類 [音楽] の単語

同じ品詞 [男性名詞] の単語