🌅

地平線、水平線、視野

TODO

基本情報

ギリシャ語

ορίζοντας

読み方

オリゾダス・オリーゾダス・オリゾンダス・オリーゾンダス

ラテン文字表記

orizontas

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 地平線、水平線
  2. 地平(天文学)
  3. 視野、知見(主に複数形)
  4. 展望、見通し
  5. 層位(地質学)

英語訳

horizon

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ὁρίζων(境界を定めるもの)から。動詞 ὁρίζω(境を定める、区切る)の分詞で、もとは ὁρίζων κύκλος(視界を区切る円)のように、天文学で見える世界の限界を指す表現だった。

ὁρίζω は ὅρος(境界、境界標)から派生した動詞で、同じ語族に όριο(境界、限度)などがある。ラテン語 horizon を経て、英語 horizon や horizontal の語源にもなった。

空と地面・海面の境目だけでなく、複数形 ορίζοντες では知識や経験の広がり、将来の展望などにも使う。

物理学の ορίζοντας γεγονότων(事象の地平線)は光さえ抜け出せない境界を指し、χρονικός ορίζοντας は目標までの期間、υδροφόρος ορίζοντας は地下水を含む地層を意味する。

地平線、水平線

  • απέραντος ορίζοντας(果てしない地平線)
  • γαλάζιος ορίζοντας(青い地平線)
  • Ο ήλιος δύει στην άκρη του ορίζοντα.
  • 太陽が地平線の端に沈む。
  • The sun sets at the edge of the horizon.
  • πέρα απ’ τον ορίζοντα
  • 地平線の彼方へ
  • beyond the horizon
  • βουνά ανάγλυφα στο βάθος του ορίζοντα
  • 地平線の奥に浮き彫りになる山々
  • mountains in relief in the background of the horizon
  • Το νησί φάνηκε στον ορίζοντα.
  • 島が水平線に現れた。
  • The island appeared on the horizon.

地平(天文学)

  • αισθητός ορίζοντας(視地平)
  • αληθής ορίζοντας(真地平)
  • μαθηματικός ορίζοντας(数学的地平)
  • νοητός ορίζοντας(仮想地平)
  • ορατός ορίζοντας(視界地平)

視野、知見(主に複数形)

  • άτομο με κλειστούς ορίζοντες(視野の狭い人)
  • άτομο με περιορισμένους ορίζοντες(視野の限られた人)
  • Το διάβασμα συντελεί στη διεύρυνση των πνευματικών ορίζωντων.
  • 読書は精神的な視野を広げるのに役立つ。
  • Reading contributes to the broadening of mental horizons.
  • έλλειψη οριζόντων και στόχων
  • 視野と目標の欠如
  • lack of horizons and goals

展望、見通し

  • επενδυτικός ορίζοντας(投資展望)
  • κοινωνικός ορίζοντας(社会的展望)
  • πολιτικός ορίζοντας(政治的展望)
  • με ορίζοντα τριετίας
  • 3年先を見据えて
  • with a three-year horizon
  • Ο οικονομικός ορίζοντας διαγράφεται σκοτεινός.
  • 経済の見通しは暗い。
  • The economic horizon is looming dark.
  • ελπίδα που διαφαίνεται στον ορίζοντα
  • 地平線に見え始めた希望
  • hope appearing on the horizon
  • διαπραγματεύσεις χωρίς ορίζοντα
  • 出口の見えない交渉
  • negotiations with no horizon in sight

層位(地質学)

  • ανώτερος ορίζοντας(上部層位)
  • ενδιάμεσος ορίζοντας(中間層位)
  • κατώτερος ορίζοντας(下部層位)
  • αργιλικοί ορίζοντες(粘土質層位)
  • ψαμμιτικοί ορίζοντες(砂岩質層位)

成句・表現

  • ανοίγει νέους ορίζοντες
  • 発展のための機会を生む。「新しい地平を切り開く」(直訳:新しい地平を開く)
  • opens new horizons
  • τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
  • あらゆる方向、四方(直訳:地平線の4つの点)
  • the four cardinal points of the horizon

関連項目

同じ分類 [地形] の単語

同じ品詞 [男性名詞] の単語