🔢

数、数字、番号、数量、データ、文法の数

TODO

基本情報

ギリシャ語

αριθμός

読み方

アリスモス・アリスモース・アリトゥモス・アリトゥモース

ラテン文字表記

arithmos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 数、数字
  2. 番号
  3. 数量、人数
  4. 統計の数字、データ
  5. 文法の数

英語訳

number, numeral, identifier, count

語源・派生・関連語

印欧祖語で「数える、並べる」を表す語根に起源を持ち、古代ギリシャ語の ἀριθμός(数、番号)を継承。

現代の電話番号、登録番号、車両ナンバーなどの「番号」の用法は、英語 number、フランス語 nombre、chiffre、numéro などからの意味借用で近代以降に広がった。

また、数量や統計指標としての用法も同様の経緯を持つ。αριθμός κυκλοφορίας(車両ナンバー、英語 vehicle registration number から)、αριθμός των χρωμοσωμάτων(染色体数、英語 chromosome number から)、ο νόμος των μεγάλων αριθμών(大数の法則、英語 law of large numbers から)など、複合表現にも翻訳借用が多く含まれる。

文法用語の「数(単数・複数)」を表す用法は、ヘレニズム期以降のギリシャ語からの継承。

英語の arithmetic(算術)は、ギリシャ語の ἀριθμητικός(計算の)をもとにした語。

数、数字

  • φυσικός αριθμός(自然数)
  • ακέραιος αριθμός(整数)
  • πρώτος αριθμός(素数)
  • ζυγός αριθμός, άρτιος αριθμός(偶数)
  • μονός αριθμός, περιττός αριθμός(奇数)
  • κλασματικός αριθμός(分数)
  • αρνητικός αριθμός(負の数)
  • αραβικοί αριθμοί(アラビア数字)
  • τετραγωνική ρίζα αριθμού(数の平方根)
  • Ο αριθμός δεκατρία θεωρείται γρουσούζικος.
  • 13という数は不吉だとされている。
  • The number thirteen is considered unlucky.

番号

  • αριθμός τηλεφώνου(電話番号)
  • αριθμός ταυτότητας(身分証明書番号)
  • αριθμός κυκλοφορίας(車両ナンバー)
  • αριθμός λογαριασμού(口座番号)
  • αριθμός διαβατηρίου(パスポート番号)
  • αριθμός δωματίου(部屋番号)
  • αριθμός πρωτοκόλλου(受付番号)
  • αύξων αριθμός(連番)
  • αριθμός προτεραιότητας(整理番号)
  • Ξέχασα τον αριθμό του δωματίου.
  • 部屋番号を忘れた。
  • I forgot the room number.

数量、人数

  • μεγάλος αριθμός επισκεπτών(多くの来訪者数)
  • ικανοποιητικός αριθμός(十分な数)
  • περιορισμένος αριθμός θέσεων(限られた席数)
  • ο αριθμός των κατοίκων(住民の数)
  • ο συνολικός αριθμός(総数)
  • Ο αριθμός των ανέργων αυξάνει συνεχώς.
  • 失業者の数は増え続けている。
  • The number of unemployed people keeps increasing.

統計の数字、データ

  • οι αριθμοί των δημοσκοπήσεων(世論調査の数字)
  • οι αριθμοί δεν λένε πάντα την αλήθεια(数字が常に真実を語るとは限らない)
  • Άνθρωποι και αριθμοί.
  • 人と数字。
  • People and numbers.

文法の数

  • ενικός αριθμός(単数)
  • πληθυντικός αριθμός(複数)
  • δυϊκός αριθμός(双数、古代ギリシャ語)

成句・表現

  • ο υπ’ αριθμόν ένα
  • 第1位の、最も重要な(直訳:番号1の)
  • the number one, the most important
  • σε αριθμό
  • 数の上で、量的に
  • in number, quantitatively
  • ων ουκ έστιν αριθμός
  • 数えきれない、無数の(古代の表現)
  • countless, innumerable

関連項目

同じ分類 [数量] の単語

同じ品詞 [男性名詞] の単語