1️⃣

第一の、最初の、首位の

TODO

基本情報

ギリシャ語

πρώτος

読み方

プロトス・プロートス

ラテン文字表記

protos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 第一の、1番目の
  2. 最初の、初めての
  3. 首位の、最上の、第一級の
  4. 第一の人・もの
  5. まず、最初に

英語訳

first, initial, foremost, firstly

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の πρῶτος(第一の、最初の)に由来。πρῶτος は古代ギリシャ語 πρό(前に、先に)と同系統の語であり、さらに「前に、先に」を表す印欧祖語の語根に遡る。

ラテン語 primus(第一の)、prior(前の)、フランス語 premier、英語 first, fore, former なども同じ系統に属する。現代の「第一級の、最上位の」という意味の一部は、フランス語 premier からの意味借用によって強まった。

πρώτος は序数詞として「1番目の」を表すほか、時間的に「最初の」、位置や順位で「先頭の」といった意味を持つ。さらに、品質や重要性で「第一級の、主要な」などの意味でも使われる。

名詞的には ο πρώτος / η πρώτη / το πρώτο の形で「第一の人・もの」を指す。副詞としては πρώτα(まず、以前は)、πρώτον(第一に)など。

関連語に δεύτερος(第二の)、τρίτος(第三の)、τελευταίος(最後の)、πρώιμος(早い、早熟の)、πρωί(朝)、πρωτεύουσα(首都)など。

第一の、最初の

  • πρώτος χρόνος(最初の年、初年度)
  • πρώτη φορά(初めて)
  • πρώτη τάξη(1年生、第一学年)
  • πρώτο δρομολόγιο(始発便、最初の便)
  • πρώτος μήνας του έτους(年の最初の月)
  • Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος(第一次世界大戦)
  • Ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά.
  • 彼は初めてギリシャに来た。
  • He came to Greece for the first time.

首位の、第一級の

  • πρώτη θέση(1位、第一の位置)
  • πρώτο βραβείο(第一賞)
  • πρώτης ποιότητας(第一級の品質の)
  • πρώτης κατηγορίας(第一級の)
  • πρώτος μαθητής(首席の生徒)
  • έχει τον πρώτο λόγο(最終的な発言権を持つ)
  • Πήρε την πρώτη θέση στον διαγωνισμό.
  • 彼はコンテストで1位を取った。
  • He took first place in the contest.

定型的な連語

  • πρώτες βοήθειες(応急処置)
  • πρώτες ύλες(原料)
  • είδος πρώτης ανάγκης(生活必需品)
  • πρώτη γραμμή(第一線)
  • πρώτης γραμμής(第一線の、最前線の)
  • πρώτο πλάνο(前面、第一面)
  • πρώτο χέρι(新品、第一段階の塗り)
  • από πρώτο χέρι(直接に、firsthand)
  • Του πρόσφεραν τις πρώτες βοήθειες στον τόπο του ατυχήματος.
  • 事故現場で彼に応急処置が施された。
  • He was given first aid at the accident site.

文法・数学など

  • πρώτο πρόσωπο(1人称)
  • πρώτο πρόσωπο ενικού(一人称単数)
  • πρώτος αριθμός(素数)
  • πρώτοι παράγοντες(素因数)
  • πρώτοι προς αλλήλους(互いに素の)
  • Το κείμενο είναι γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο.
  • その文章は一人称で書かれている。
  • The text is written in the first person.

名詞的・副詞的な用法

  • ο πρώτος(最初の人、1番の人)
  • η πρώτη(1速、初日、初演)
  • το πρώτο(1分、1階など)
  • με την πρώτη(1回目で)
  • πρώτα(まず、先に)
  • πρώτον(第一に)
  • πρώτα απ’ όλα(何よりもまず)
  • από τον πρώτο ως τον τελευταίο(最初から最後まで)
  • Πρώτα η υγεία και ύστερα όλα τα άλλα.
  • まず健康、それから他のすべてだ。
  • Health comes first, then everything else.

関連項目

同じ分類 [時] の単語

同じ分類 [数量] の単語

同じ品詞 [形容詞] の単語