🦏

強い、力強い、能力のある、激しい、可能な

TODO

基本情報

ギリシャ語

δυνατός

読み方

ディナトス・ディナトース

ラテン文字表記

dynatos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 強い、力強い、丈夫な
  2. 能力のある、高度な
  3. 激しい、強烈な
  4. 印象的な、濃い
  5. 可能な、あり得る

英語訳

strong, powerful, intense, possible

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の δυνατός(力のある、可能な)を継承。動詞 δύναμαι(できる、力がある)から派生した形で、δύναμη(力)と共通の語根 δυν- を持つ。

英語 dynamic、dynamite、dynasty も同じ語根に由来する。

近い語に ισχυρός(強力な、権力のある)、γερός(丈夫な、健康な)、εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός(体つきがたくましい)などがある。対義語は αδύνατος(弱い、不可能な)。

δυνατός は体や心、機械、音、光、味、印象などの強さに加え、「可能な、あり得る」という意味でも使われる。文法では δυνατός τύπος / ισχυρός τύπος が人称代名詞の強形、αδύνατος τύπος が弱形を指す。

副詞 δυνατά は「強く、力を込めて」。βάζω τα δυνατά μου(全力を尽くす)、όσο το δυνατόν(できる限り)、δεν είναι δυνατόν!(ありえない)などの定型表現もある。

強い、力強い、丈夫な

  • δυνατός αντίπαλος(強い相手)
  • δυνατός παίκτης(強いプレイヤー)
  • δυνατή καρδιά(丈夫な心臓)
  • δυνατή μνήμη(確かな記憶力)
  • δυνατό σουτ(力強いシュート)
  • δυνατά δόντια(丈夫な歯)
  • δυνατός κινητήρας(強力なエンジン)
  • δυνατός χαρακτήρας(強い性格)
  • δυνατή θέληση(強い意志)
  • δυνατά επιχειρήματα(説得力のある論拠)
  • Νιώθω δυνατός και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.
  • 力がみなぎり、体調も非常に良いと感じる。
  • I feel strong and in very good physical condition.
  • Το δυνατό μου σημείο.
  • 私の強み。
  • My strong point.
  • Οι δυνατοί της Γης.
  • 地上の権力者たち。
  • The powerful of the Earth.

能力のある、高度な

  • Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.
  • 難問を解く人向けのクロスワードパズル。
  • A crossword puzzle for skilled solvers.

激しい、強烈な

  • Οι δυνατές στιγμές της καριέρας του.
  • 彼のキャリアにおける強烈な印象を残した瞬間。
  • The intense moments of his career.

印象的な、濃い

  • δυνατός στίχος(心に響く詩の一節)
  • δυνατό ξεκίνημα(力強いスタート)
  • δυνατές εικόνες(印象的な映像)
  • δυνατός καφές(濃いコーヒー)
  • δυνατή γεύση(強い味)
  • δυνατή μυρωδιά(強い匂い)
  • δυνατό κρασί(アルコール度数の高いワイン)
  • δυνατό ποτό(強い酒)
  • δυνατό φάρμακο(強い薬)
  • Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με δυνατά ονόματα.
  • 大物たちとのコラボレーションが満載のアルバム。
  • An album full of collaborations with big names.

可能な、あり得る

  • το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα(最善の結果)
  • κάθε δυνατή βοήθεια(あらゆる可能な援助)
  • ο μέγιστος δυνατός αριθμός(最大限の可能な数)
  • Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό.
  • 人間にできる限りのことをした。
  • We did everything humanly possible.
  • Δεν είναι δυνατόν!
  • ありえない!信じられない!
  • That’s impossible! I can’t believe it!
  • Πώς είναι δυνατόν να …;
  • いったいどうして…なんてことがあり得るのか?
  • How is it possible that …?
  • Όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
  • できるだけ早く。
  • As quickly as possible.

副詞 δυνατά

  • Τον έσπρωξαν δυνατά κι έπεσε κάτω.
  • 彼を強く突き飛ばしたので、彼は転倒した。
  • They pushed him hard and he fell down.
  • Πάμε γερά, πάμε δυνατά, παιδιά!
  • しっかり行こう、力強く行こうぜ、みんな!
  • Let’s go strong, let’s go hard, guys!

成句・表現

  • αν είναι δυνατό / ει δυνατόν
  • もし可能なら。
  • If possible.
  • βάζω τα δυνατά μου
  • 全力を尽くす、できる限り頑張る。
  • I do my best.
  • Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω.
  • 勝つために死力を尽くした。
  • I gave it my all to win.
  • είναι δυνατό(ν) να …
  • …かもしれない、…という可能性がある。
  • It is possible that …
  • κατά το δυνατόν / όσο είναι δυνατόν / στο μέτρο του δυνατού
  • できる限り、可能な範囲で。
  • As much as possible, to the extent possible.
  • Αποφεύγω όσο είναι δυνατόν τις αντιπαραθέσεις.
  • できるだけ対立を避ける。
  • I avoid confrontations as much as possible.

関連項目

同じ分類 [様態] の単語

同じ品詞 [形容詞] の単語