💡

光、明かり

TODO

基本情報

ギリシャ語

φως

読み方

フォス・フォース

ラテン文字表記

fos

変化パターン

中性-その他型1

日本語訳

  1. 光と闇
  2. 電気、灯火、信号
  3. 視力(比喩)
  4. 知識、経験、教養(比喩・複数形)
  5. 注目、関心(比喩・複数形)
  6. 啓蒙、真理(比喩)

英語訳

light, illumination

語源・派生・関連語

語源

古代ギリシャ語の φῶς(光)を継承。英語 photo-(photograph, photon など)はこの語の結合形 φωτο- に由来する。

類義語に λάμψη(輝き)、対義語に σκοτάδι(闇)など。指小語 φωτάκι は小さな光、小さなランプ。

意味

主な意味は物理的な光や明かり。比喩的に「知識」「真相」「視力」なども意味する。また、愛する人への呼びかけとしても使われる。複数形 φώτα で知識・知恵を表す用法は、フランス語の lumière からの意味借用で、啓蒙思想(Les Lumières)の時代に「光=知」の比喩がギリシャ語に取り入れられた。

自然または人工の光源から放射され、視覚を刺激する電磁放射。およびその光源。

  • αμυδρό φως(かすかな光)
  • απαλό φως(柔らかな光)
  • άπλετο φως(あふれんばかりの光。άπλετος:豊富な)
  • διάχυτο φως(拡散した光)
  • δυνατό φως(強い光)
  • εκτυφλωτικό φως(まぶしい光)
  • ηλιακό φως(太陽の光)
  • λαμπερό φως(輝く光)
  • ορατό φως(可視光)
  • υπεριώδες φως(紫外線。υπεριώδης:紫外の)
  • λευκό φως(白色光)
  • ακτίνα φωτός(光線)
  • δέσμη φωτός(光束、ビーム)
  • φάσμα φωτός(光のスペクトル)
  • ταχύτητα του φωτός(光の速さ)
  • ανάκλαση του φωτός(光の反射)
  • διάθλαση του φωτός(光の屈折)
  • πόλωση του φωτός(光の偏光)
  • το φως του Ήλιου(太陽の光)
  • το φως της Σελήνης(月の光)
  • το φως των αστεριών(星の光)
  • έτος φωτός(光年)
  • Ξεκίνησαν το ταξίδι με το πρώτο φως της ημέρας.
  • 彼らは夜明けとともに旅に出た。
  • They set off on their journey at first light.

電気、灯火、信号

電灯やランプなどの照明器具、またはその明かりを指すのにも使われる。

  • ηλεκτρικό φως(電気の光)
  • το φως της λάμπας(ランプの明かり)
  • το φως του φάρου(灯台の光)
  • τα φώτα του δρόμου(街灯)
  • τα φώτα της πόλης(街の明かり)
  • διακόπτης φωτός(照明のスイッチ)
  • ανάβω το φως(明かりをつける)
  • σβήνω το φως(明かりを消す)
  • φώτα θέσης / μικρά φώτα(スモールランプ、車幅灯)
  • φώτα διασταύρωσης / μεσαία φώτα(ロービーム、すれ違い用前照灯)
  • φώτα πορείας / μεγάλα φώτα(ハイビーム、走行用前照灯)
  • φώτα έκτακτης ανάγκης / φώτα κινδύνου(ハザードランプ)
  • φώτα εργασίας(作業灯)
  • φως ασφαλείας(非常灯)
  • πράσινο φως(青信号、ゴーサイン)
  • Φωτογραφίζω κόντρα στο φως.
  • 逆光で写真を撮る。
  • I take photos against the light.
  • τα φώτα της ράμπας
  • 脚光、舞台生活(直訳:舞台の端のライト)
  • the footlights; the limelight

視力

視覚の感覚を指すのにも使われる。

  • Έχασε το φως του.
  • 彼は視力を失った。
  • He lost his sight.
  • Ξαναβρήκε το φως του.
  • 彼は視力を取り戻した。
  • He regained his sight.

知識、経験、教養

おもに複数形 φώτα で、ある分野における知識や助言を指すのにも使われる。

  • Έχω ένα πρόβλημα και χρειάζομαι τα φώτα σας.
  • 悩みがあるので、お知恵をお貸しください。
  • I have a problem and I need your expertise.
  • Πόλη που μετέδωσε τα φώτα του πολιτισμού στον κόσμο.
  • 文明の光を世界に伝えた都市。
  • A city that spread the light of civilization to the world.

注目、関心

おもに複数形 φώτα で、メディアや世間の注目を指すのにも使われる。

  • Όλα τα φώτα είναι στραμμένα στον τελικό του Κυπέλλου.
  • すべての注目がカップ戦の決勝に集まっている。
  • All eyes are on the cup final.

啓蒙、真理

人間を導き明らかにするものを指すのにも使われる。宗教的な文脈でも用いられる。

  • το φως της αγάπης(愛の光)
  • το φως της ειρήνης(平和の光)
  • το αιώνιο φως της αλήθειας(真理の永遠の光)
  • το φως του κόσμου(世の光。キリストを指す)
  • Άγιο Φως(聖火。聖土曜日にエルサレムの聖墳墓教会から授けられる復活の光)
  • ο Αιώνας των Φώτων(啓蒙時代)

成句・表現

  • είδε το (πρώτο) φως της ζωής / της ημέρας / του ήλιου
  • 生まれた。または出版・公開・発見された(直訳:人生/日/太陽の最初の光を見た)
  • to be born; to see the light of day
  • Είδε το φως της ζωής πριν από σαράντα χρόνια.
  • 40年前にこの世に生を受けた。
  • He was born forty years ago.
  • Το δεύτερο βιβλίο του μόλις είδε το φως.
  • 彼の2冊目の本がちょうど出版された。
  • His second book has just been published.
  • μου άλλαξε τα φώτα
  • ひどく苦しめられた、痛い目に遭わされた(直訳:私のライトを変えた)
  • it knocked me out; it was devastating
  • Οι αυξήσεις των τιμών μάς άλλαξαν τα φώτα.
  • 物価値上げで大打撃を受けた。
  • The price increases hit us hard.
  • ποιος στραβός δεν θέλει το φως του;
  • 良いことを望まない人などいない(直訳:どの盲人が自分の光を欲しがらないか?)
  • who wouldn’t want that?
  • ρίχνω φως
  • 照らす。比喩的に、解明する、明らかにする(直訳:光を投げる)
  • to shed light on
  • Η έρευνα έριξε φως στο ζήτημα.
  • 調査によって問題が解明された。
  • The investigation shed light on the issue.
  • στο φως
  • 明るみに出る
  • to come to light
  • Η αλήθεια πρέπει να βγει στο φως.
  • 真実は明らかにされなければならない。
  • The truth must come to light.
  • υπό το φως
  • ~の観点から。または~の明かりの下で(直訳:光の下で)
  • in the light of; by the light of
  • Υπό το φως των νέων αποκαλύψεων.
  • 新たな発見に照らして。
  • In the light of new revelations.
  • δείπνο υπό το φως των κεριών
  • キャンドルの光の下でのディナー
  • dinner by candlelight
  • φως μου!
  • 私の光!愛しい人!
  • my darling!
  • Σ’ αγαπώ φως μου!
  • 愛してるよ、私の大切な人!
  • I love you, my darling!
  • φως φανάρι
  • 火を見るより明らかだ(直訳:光、ランタン)
  • blindingly obvious
  • Δόθηκε το πράσινο φως στο νέο νομοσχέδιο.
  • 新しい法案にゴーサインが出された。
  • The new bill was given the green light.

関連項目

同じ分類 [光と闇] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語