🚧

境界、限度、限界

TODO

基本情報

ギリシャ語

όριο

読み方

オリオ・オーリオ

ラテン文字表記

orio

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 境界、境界線
  2. 抽象的な区切り(比喩)
  3. 端点、範囲
  4. 限度、限界、制限
  5. 極限(数学、物理)

英語訳

boundary, limit

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ὅριον(境界、限界)から。これは ὅρος(境界石、境界標)から派生した中性名詞で、土地の境を示す石や杭の発想から来ている。

山を表す ὄρος とはアクセントも語源説明も別に扱われることが多いが、山が自然の境界として働くことから、意味の上では近い発想で結びつけられてきた。

同じ ὅρος から動詞 ὁρίζω(境を定める、区切る)が作られ、その分詞 ὁρίζων は ορίζοντας(地平線、水平線)につながる。英語 horizon もラテン語を経てこの ὁρίζων に由来する。

英語 aphorism(格言)は、ἀφορίζω(切り分ける、定義する)からできた ἀφορισμός(定義、短い言葉)をもとにした語。

γραμμή(線)は線そのものを指し、όριο はその線が区切りとして働くところに重きがある。土地や国の境界だけでなく、善悪や社会階層の境目、忍耐や速度の限界、数学や物理の極限にも使う。

境界、境界線

  • τα όρια μεταξύ δύο χωραφιών(2つの畑の間の境界)
  • καθορίζω τα όρια μεταξύ δύο κρατών(二国間の国境を画定する)
  • γλωσσικά όρια(言語的境界)

抽象的な区切り(比喩)

  • στα όρια του καλού και του κακού
  • 善と悪の境界線上で
  • on the border between good and evil

端点、範囲

  • τα όρια του δυνατού(可能の範囲)
  • τα όρια μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα(古代と中世の境目)
  • Θεωρίες που κινούνται μόνο έξω από τα όρια της εκπαίδευσης.
  • 教育の枠組みの外でのみ動いている理論。
  • Theories that operate only outside the bounds of education.

限度、限界、制限

  • τα όρια της ανθρώπινης υπομονής(人間の忍耐の限界)
  • ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας(最高許容速度制限)
  • φτάνω στα όριά μου(限界に達する)
  • φέρνω κάποιον στο όριο
  • 人を限界まで追い詰める
  • to push someone to the limit

極限(数学、物理)

  • το όριο μιας συνάρτησης(関数の極限)
  • το όριο μιας ακολουθίας(数列の極限)
  • όριο ελαστικότητας ενός σώματος(物体の弾性限界)

成句・表現

  • αγάπη χωρίς όρια
  • 際限のない愛(直訳:限界のない愛)
  • love without limits
  • Οι ισχυρισμοί του αγγίζουν τα όρια του παραλόγου.
  • 彼の主張は不条理も同然である(直訳:彼の主張が不条理の限界に触れている)
  • His claims border on the absurd.
  • Έφυγε λόγω ορίου ηλικίας.
  • 定年のために退職した(直訳:年齢の限界のために去った)
  • Retired due to age limit.
  • ξεπερνώ τα όρια
  • 度を越す。「一線を越える」(直訳:限界を超える)
  • to overstep the bounds

関連項目

同じ分類 [空間] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語