🧭

方位を定める、方向づける、志向する

TODO

基本情報

ギリシャ語

προσανατολίζω

読み方

プロサナトリゾ・プロサナトリーゾ

ラテン文字表記

prosanatolizo

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 方位を定める、向きを合わせる
  2. 方向をつかむ、見当をつける
  3. 方向づける
  4. ある方向へ向かう、志向する

英語訳

orient, orient oneself, direct, steer toward

語源・派生・関連語

προσ-(προς の合成形)と ανατολή(東、日の出)に、動詞を作る接尾辞 -ίζω が付いた語。東を基準に向きを定める発想から。

「方位を定める、方向づける」や、再帰的な προσανατολίζομαι(方向をつかむ、見当をつける)の意味は、フランス語 orienter / s’orienter からの翻訳借用。英語 orient, orientate も同じく「東」を表す語に由来する。

派生語に προσανατολισμός(方位、見当、方向づけ)など。対義的な語には αποπροσανατολίζω(方向感覚を失わせる、攪乱する)や αποπροσανατολισμός(方向感覚の喪失、攪乱)がある。

類義語として κατευθύνω(向ける、導く、方向づける)、κατεύθυνση(方向、方針)などが挙げられる。

方位を定める、向きを合わせる

  • προσανατολίζω τον εξάντα(六分儀の向きを合わせる)
  • προσανατολισμένο προς το νότο(南向きの)
  • προσανατολισμένο κτίριο(向きが定められた建物)
  • σημείο του ορίζοντα(方位、東西南北)
  • Το κτίριο ήταν προσανατολισμένο προς το νότο.
  • その建物は南向きだった。
  • The building was oriented toward the south.

方向をつかむ、見当をつける

  • προσανατολίζομαι γρήγορα(すばやく方向をつかむ)
  • προσανατολίζομαι μέσα σε μια πόλη(町の中で方向をつかむ)
  • προσανατολίζομαι από τη θέση του ήλιου(太陽の位置から方角をつかむ)
  • προσανατολίζομαι από τη θέση των αστεριών(星の位置から方角をつかむ)
  • προσανατολίζομαι κοιτάζοντας το χάρτη(地図を見て方角をつかむ)
  • Μπορώ να προσανατολιστώ γρήγορα μέσα σε μια πόλη.
  • 私は町の中ですばやく方向をつかめる。
  • I can orient myself quickly in a city.

方向づける

  • προσανατολίζω τη συζήτηση σε λάθος κατεύθυνση(議論を誤った方向へ向ける)
  • σωστά προσανατολισμένες έρευνες(正しく方向づけられた研究)
  • οι έρευνες προσανατόλισαν την αστυνομία(捜査が警察の方向を定めた)
  • Προσανατόλισαν τη συζήτηση σε λάθος κατεύθυνση.
  • 彼らは議論を誤った方向へ向けた。
  • They steered the discussion in the wrong direction.

志向する、向かう

  • ιδεολογικά προσανατολισμένος προς την αριστερά(左派へ思想的に傾いた)
  • προσανατολισμένος προς τη δεξιά(右派へ傾いた)
  • προσανατολισμένος προς το μαρξισμό(マルクス主義へ傾いた)
  • προσανατολισμένος προς το φιλελευθερισμό(自由主義へ傾いた)
  • η κυβέρνηση προσανατολίζεται προς εκλογές(政府は選挙へ向かっている)
  • προσανατολίζομαι προς τις οικονομικές σπουδές(経済系の学業へ進む)
  • Η κυβέρνηση προσανατολίζεται προς εκλογές.
  • 政府は選挙の方向へ動いている。
  • The government is moving toward elections.

関連項目

同じ分類 [政治] の単語

同じ分類 [空間] の単語

同じ分類 [方角] の単語

同じ分類 [哲学・思考] の単語

同じ分類 [仕事] の単語

同じ分類 [教育] の単語

同じ品詞 [動詞] の単語