💼

労働、仕事、作業、論文

TODO

基本情報

ギリシャ語

εργασία

読み方

エルガシア・エルガシーア

ラテン文字表記

ergasia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 労働、作業
  2. 業務、勤務
  3. 賃労働、労使関係
  4. 任務、課題
  5. 職、雇用
  6. 活動、工事、業務(主に複数形)
  7. 論文、研究、課題

英語訳

work, labor, employment, activity, paper

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ἐργασία(労働、仕事、商売、作品など)に由来。古代の基本語 ἔργον(仕事、作品)から動詞 εργάζομαι(働く)が派生し、その名詞形としてできた語。ἔργον は英語 work と同じ語源。ενέργεια(エネルギー)も ἐν-(中に)+ ἔργον からなる語で、同じ語根をもつ。

日常で「仕事」を広く指す δουλειά に対し、εργασία はよりフォーマルで、雇用、労働市場、契約など制度的な文脈で使われる。

派生語に εργάτης(労働者)、εργαλείο(道具)、έργο(仕事、作品)、εργασιακός(労働の、雇用の)など。合成名詞も多く、συνεργασία(協力)、επεξεργασία(処理、加工)、διεργασία(過程)、τηλεργασία(テレワーク)など。

労働、作業

人が何か有用な結果を生み出すために行う活動を指す、もっとも広い意味での用法。

  • χειρωνακτική εργασία(肉体労働)
  • πνευματική εργασία(知的労働)
  • δημιουργική εργασία(創造的な仕事)
  • Με την εργασία ο άνθρωπος διαφοροποιήθηκε από τα ζώα και δημιούργησε πολιτισμό.
  • 労働によって人間は動物から区別され、文明を築いた。
  • Through work, humans differentiated themselves from animals and created civilization.

業務、勤務

組織化された社会の中で各人が従事する仕事や、その勤務条件を指すのにも使われる。制度や職場の文脈でよく見かける言い方。

  • ημερήσια εργασία(日中勤務)
  • νυχτερινή εργασία(夜間勤務)
  • εποχιακή εργασία(季節労働)
  • καταμερισμός της εργασίας(分業)
  • δικαίωμα εργασίας(労働の権利)
  • άδεια εργασίας(就労許可、労働許可)
  • χώρος εργασίας(職場)
  • συνθήκες εργασίας(労働条件)
  • ωράριο εργασίας(勤務時間)
  • ανθυγιεινή εργασία(不健康な環境での仕事)
  • συλλογική σύμβαση εργασίας(労働協約)
  • σχολείο εργασίας(勤労学校、作業学校)
  • στολή εργασίας(作業服)

賃労働、労使関係

賃金を伴う労働や、その周辺の社会的・経済的な関係を指すのにも使われる。また、文脈によっては労働する人びと全体をまとめて表す。

  • εργασία και κεφάλαιο(労働と資本)
  • προσφορά εργασίας(労働供給)
  • ζήτηση εργασίας(労働需要)
  • αγορά εργασίας(労働市場)
  • σύμβαση εργασίας(雇用契約)
  • αμοιβή της εργασίας(労働の報酬)
  • υπεραξία της εργασίας(労働の剰余価値)
  • στάση εργασίας(時限ストライキ)
  • επίσχεση εργασίας(就労拒否、労務提供拒否)
  • Υπουργείο Εργασίας(労働省)
  • ο κόσμος της εργασίας(労働界)
  • Κόμμα Εργασίας(労働党)
  • Η εργασία διακόπτεται κατά τις Κυριακές και τις άλλες αργίες.
  • 労働は日曜日とその他の祝日に中断される。
  • Work is suspended on Sundays and other holidays.

任務、課題

誰かが引き受ける仕事や、やるべき課題を指す意味でも使われる。

  • ανάθεση εργασίας(仕事の割り当て、課題の付与)
  • φόρτος εργασίας(業務負荷、作業量)

職、雇用

働き口や就職先、その人が従事する職そのものを指すのにも使われる。

  • εύρεση εργασίας(仕事探し、就職先の発見)
  • ζητώ εργασία(仕事を求める)
  • Άνεργοι που ζητούν εργασία.
  • 仕事を求めている失業者たち。
  • Unemployed people looking for work.

活動、工事、業務(主に複数形)

複数形 εργασίες では、ある対象に関わる諸活動や工事、会議や委員会の進行、企業の事業全体を指す。

  • οικιακές εργασίες(家事)
  • αγροτικές εργασίες(農作業)
  • οικοδομικές εργασίες(建設作業)
  • εργασίες αποκατάστασης ζημιών(被害復旧作業)
  • οι εργασίες ενός συνεδρίου(会議の議事、会議の進行)
  • οι εργασίες μιας επιτροπής(委員会の活動)
  • έναρξη των εργασιών(活動開始、開会)
  • διακοπή των εργασιών(活動中断、休会)
  • συνέχιση των εργασιών(活動継続)
  • λήξη των εργασιών(活動終了、閉会)
  • μείωση των εργασιών(業務縮小)
  • επέκταση των εργασιών(業務拡大)
  • κύκλος εργασιών(売上高、取引高)

論文、研究、課題

ある主題についての研究や、その成果としての書かれた仕事を指す。学術文脈や学校文脈でよく使う。

  • επιστημονική εργασία(学術論文、研究)
  • διπλωματική εργασία(学位論文)
  • πτυχιακή εργασία(卒業論文)
  • πρωτότυπη εργασία(独創的な研究、オリジナル論文)
  • δημοσίευση μιας εργασίας(論文の公表)

関連項目

同じ分類 [職業] の単語

同じ分類 [仕事] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語