💎

価値、重要性、価値観、価格

TODO

基本情報

ギリシャ語

αξία

読み方

アクシア・アクシーア

ラテン文字表記

axia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 価値、人の能力、美徳
  2. 有能な人物
  3. 重要性、大切さ
  4. 質的な高さ、芸術性
  5. 価値観(主に複数形)
  6. 経済的価値、価格
  7. 有価証券(主に複数形)
  8. 音価(音楽)
  9. 価値の属格(文法)

英語訳

value, worth, price

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の形容詞 ἄξιος(ふさわしい、価値がある)から派生した ἀξία(価値)を継承。

英語 axiology(価値論)の axio- も同じ語根。axiom(公理)は、同じ ἄξιος 系の ἀξίωμα(権威あるもの、公理)に由来する。

価格や重要性などの用法にはフランス語 valeur、音価などの専門用法にはドイツ語 Wert からの意味借用も重なる。

関連語に άξιος(価値のある、有能な)、αξιολογία(価値論、評価)、πολύτιμος(貴重な)、απαξία(無価値、軽蔑)など。近い語に τιμή(値段、名誉)や σπουδαιότητα(重要性)などがある。

人の価値、能力、美徳

  • κατ’ αξία, κατ’ αξίαν(価値に応じて、ふさわしく)
  • επάξια(価値に見合って、立派に)
  • με την αξία του(自分の実力で)
  • μέταλλο στρατιωτικής αξίας(軍功章)
  • Άνθρωπος με μεγάλη επιστημονική αξία.
  • 科学的功績の大きい人物。
  • A person of great scientific merit.
  • Η αξία του στρατηγού φαίνεται στον πόλεμο.
  • 将軍の真価は戦争において現れる。
  • A general’s worth becomes clear in war.
  • Είναι άνθρωπος μεγάλης αξίας.
  • 彼は非常に価値のある人物だ。
  • He is a person of great worth.
  • Πήρε το άριστα με την αξία του.
  • 彼は自分の実力で最高評価を得た。
  • He earned the top grade on his own merit.

有能な人物

  • Οι αξίες διακρίνονται στη ζωή.
  • 価値ある人々は人生の中で頭角を現す。
  • People of worth distinguish themselves in life.

重要性、大切さ

  • έχει αξία να …(…することには価値がある)
  • η αξία μιας ιστορικής πηγής(史料の価値、有用性)
  • η αξία μιας μεθόδου(手法の価値、有用性)
  • Την αξία της υγείας την εκτιμούμε όταν τη χάσουμε.
  • 健康のありがたみは、それを失ったときにわかる。
  • We appreciate the value of health when we lose it.
  • Η φιλία δεν έχει γι’ αυτόν καμιά αξία.
  • 彼にとって友情には何の価値もない。
  • Friendship has no value for him.
  • Μη δίνεις αξία σε όσα λέει.
  • 彼の言うことを真に受けるな。
  • Don’t attach importance to what he says.
  • Αυτό το κόσμημα έχει για μένα συναισθηματική αξία.
  • この宝石は私にとって感情的な価値がある。
  • This piece of jewelry has sentimental value for me.
  • Τι αξία έχει να αποχτήσεις δύναμη και να χάσεις τους φίλους σου;
  • 力を手に入れても友人を失うなら、そこに何の価値があるのか。
  • What value is there in gaining power and losing your friends?

質的な高さ、芸術性

  • έργο μεγάλης λογοτεχνικής αξίας(文学的価値の高い作品)
  • έργο μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας(芸術的価値の高い作品)
  • έργο μεγάλης επιστημονικής αξίας(科学的価値の高い作品)

価値観

  • πνευματικές αξίες(精神的な価値観)
  • υλικές αξίες(物質的な価値観)
  • κοινωνικές αξίες(社会的価値観)
  • ανθρωπιστικές αξίες(人道的な価値観)
  • θρησκευτικές αξίες(宗教的な価値観)
  • κλίμακα των αξιών(価値の序列)
  • σύστημα αξιών(価値体系)
  • επιστήμη των αξιών(価値学、価値論)
  • αξιολογία(価値論)
  • Η νεολαία πρέπει να πιστεύει σε πνευματικές αξίες.
  • 若者は精神的な価値を信じるべきだ。
  • Young people should believe in spiritual values.
  • Στην εποχή μας αμφισβητήθηκαν πολλές αξίες.
  • 現代では多くの価値観が疑問視された。
  • In our era, many values were called into question.
  • Κάθε ιστορική περίοδος αναπτύσσει το δικό της σύστημα αξιών.
  • どの歴史的時代も、それぞれ独自の価値体系を発展させる。
  • Every historical period develops its own system of values.

経済的価値、価格

  • αξία παραγωγής(生産価値、原価)
  • αρχική αξία ενός προϊόντος(製品の初期価値、原価)
  • αξία της εργασίας(労働の価値、報酬)
  • ονομαστική αξία(額面価値)
  • πραγματική αξία(実質的価値)
  • αγοραστική αξία(購買価値)
  • εσωτερική αξία ενός νομίσματος(通貨の本源的価値)
  • δείγμα χωρίς αξία(無価値の見本、試供品)
  • προστιθέμενη αξία(付加価値)
  • αντικειμενική αξία(客観的価値、不動産評価額)
  • χρηστική αξία ενός αγαθού(財の使用価値)
  • ανταλλακτική αξία ενός αγαθού(財の交換価値)
  • θεωρητική αξία ενός αγαθού(財の理論的価値)
  • Αυτοκίνητο αξίας πολλών εκατομμυρίων.
  • 数百万の価値がある車。
  • A car worth many millions.
  • Ανεβαίνει η αξία της γης.
  • 土地の価値が上がっている。
  • The value of land is rising.
  • Ο χρυσός δε χάνει ποτέ την αξία του.
  • 金は決してその価値を失わない。
  • Gold never loses its value.
  • Έχει κοσμήματα ανυπολόγιστης αξίας.
  • 彼女は計り知れない価値の宝石を持っている。
  • She has jewelry of incalculable value.

有価証券

  • κινητές αξίες(有価証券)
  • ονομαστικές αξίες(記名証券)
  • ανώνυμες αξίες(無記名証券)
  • χρηματιστήριο αξιών(証券取引所)

音価

  • αξία ενός φθόγγου(音価、音の持続時間)

価値の属格

  • Άνθρωπος της πεντάρας.
  • 端金ほどの値打ちしかない男、取るに足らない男。
  • A man worth a mere penny.
  • Σπίτι είκοσι εκατομμυρίων.
  • 2000万の価値がある家。
  • A house worth twenty million.

関連項目

同じ分類 [評価] の単語

同じ分類 [経済] の単語

同じ分類 [哲学・思考] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語