✨

創造、創作品、天地創造、被造世界

TODO

基本情報

ギリシャ語

δημιουργία

読み方

ディミウルイア・ディミウルイーア・ディミウルギア・ディミウルギーア

ラテン文字表記

dimiourgia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 創造、創出
  2. 形成
  3. 創作品
  4. 天地創造、被造世界

英語訳

creation, formation, creative work

語源・派生・関連語

δῆμος(人民)と ἔργον(仕事)が結びついた古代ギリシャ語の δήμια ἔργα(公共の仕事)にさかのぼる名詞 δημιουργός(職人, 創造者)から動詞 δημιουργώ(創造する)が派生し, その名詞形 δημιουργία を継承。表面的には δημιουργός は δήμιος(公の)と -ουργός(働く者, ἔργον「仕事」から派生した後接辞)の合成にあたる。

古代ギリシャ語の δημιουργός は、まず「職人、手工業者、技芸をもつ者」を指す語だった。ペロポネソス諸邦では「行政官、為政者」を表す用法もあった。さらに哲学の文脈では、プラトン『ティマイオス』で「世界の制作者(デミウルゴス)」として語られ、宇宙を形づくる存在を意味するようになった。このプラトン的な用法がヘレニズム期以降の神学に受け継がれ、キリスト教文化圏での「天地創造」「被造世界」の意味にもつながっている。

派生語に δημιουργός(創造者)、δημιουργώ(創造する)、δημιουργικός(創造的な)、δημιουργικότητα(創造性)、δημιούργημα(創作物)、αναδημιουργία(再創造)など。

創造、創出

以前は存在しなかったものを新たに生み出すこと、またその結果を指す。物や制度だけでなく、家族、財産、借金、社会的な関係を作ることにも使える。

  • η δημιουργία του κόσμου(世界の創造)
  • η δημιουργία μιας νέας θρησκείας(新しい宗教の創設)
  • η δημιουργία μιας εταιρείας(会社の設立)
  • η δημιουργία ενός νέου κράτους(新しい国家の成立)
  • η δημιουργία θεσμού(制度の創設)
  • η χαρά της δημιουργίας(創造の喜び)
  • δημιουργία οικογένειας(家庭を築くこと)
  • δημιουργία χρεών(借金を作ること)
  • δημιουργία περιουσίας(財産形成)
  • δημιουργία κοινωνικών σχέσεων(社会的関係づくり)
  • Αγωνίζονται για τη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας.
  • 彼らは公正な社会の実現のために闘っている。
  • They are fighting for the creation of a just society.
  • Πρόκειται για αληθινή δημιουργία, όχι για μίμηση.
  • これは模倣ではなく、本当の創造だ。
  • This is genuine creation, not imitation.

形成

新しい状態や条件、雰囲気を作り出すことを指す。印象づくりや緊張の高まりのように、形のないものの成立にも使われる。

  • η δημιουργία εντυπώσεων(印象づくり)
  • η δημιουργία κλίματος αναταραχής(不穏な空気の醸成)
  • η δημιουργία όξυνσης(緊張の激化を生み出すこと)
  • Ενέργειες που αποβλέπουν στη δημιουργία κλίματος αναταραχής.
  • 不穏な空気を作り出すことを狙った行動。
  • Actions aimed at creating a climate of unrest.

創作品

作られたものそのもの、特に独創的で着想に富んだ作品を指す。芸術や舞台の文脈のほか、ファッションの新作にもよく使われる。

  • καλλιτεχνική δημιουργία(芸術作品、芸術的創作)
  • σκηνική δημιουργία(舞台作品)
  • Οι μετρ της μόδας παρουσιάζουν τις νέες τους δημιουργίες.
  • 一流ファッションデザイナーたちが新作を披露する。
  • The masters of fashion present their new creations.

天地創造、被造世界

宗教的には、世界が神によって創造されたこと、またその創造の結果としてある世界や生きもの全体を指す。

  • η θεία δημιουργία(神の創造、天地創造)
  • το θαύμα της δημιουργίας(創造の奇跡)
  • τα πλάσματα της δημιουργίας(被造物)
  • Ο άνθρωπος, το τελειότερο ον της δημιουργίας.
  • 人間は被造世界でもっとも完全な存在である。
  • The human being is the most perfect being of creation.

関連項目

同じ分類 [社会] の単語

同じ分類 [信仰・神話] の単語

同じ分類 [仕事] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語