🕳️

欠如、不足、楕円、省略

TODO

基本情報

ギリシャ語

έλλειψη

読み方

エルリプシ・エールリプシ

ラテン文字表記

elleipsi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 欠如、不足
  2. 楕円
  3. 省略、楕円法
  4. 欠点、不備、欠落したもの(複数形)

英語訳

lack, shortage, ellipse, ellipsis

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ἔλλειψις(不足、欠け)から。ἐν-(中に)+ λείπω(残す、欠ける)からなる語で、λείπω は英語 leave と同じ語根から。

英語 ellipse(楕円)、ellipsis(省略)はこの ἔλλειψις から。幾何の意味は古代の数学者アポロニオスが円錐曲線の一つに名づけたもので、文体論の意味も古代の修辞学用語に由来する。

派生語に ελλειπτικός(楕円の、省略の、不完全な)、ελλιπής(不十分な、欠けた)など。関連語に έκλειψη(食、消失、同じ λείπω から)、ανυπαρξία(不在)、ένδεια(欠乏、窮乏)、έλλειμμα(赤字、不足分)など。

欠如、不足

必要なもの、大事なものが足りないことを表す最も基本的な意味。物資、人手、資金の不足にも、知識や愛情や敬意の欠如にも使える。

  • γενική έλλειψη(全般的な不足)
  • παντελής έλλειψη(まったくの欠如)
  • χρόνια έλλειψη(慢性的な不足)
  • έλλειψη χρόνου(時間不足)
  • έλλειψη χώρου(スペース不足)
  • έλλειψη νερού(水不足)
  • έλλειψη προσωπικού(人手不足)
  • έλλειψη τροφής(食料不足)
  • έλλειψη υποδομών(インフラ不足)
  • έλλειψη χρημάτων(金欠、資金不足)
  • έλλειψη ύπνου(睡眠不足)
  • έλλειψη γνώσεων(知識不足)
  • έλλειψη επικοινωνίας(コミュニケーション不足)
  • έλλειψη κινήτρων(動機の欠如)
  • έλλειψη λογικής(理性の欠如、筋の通らなさ)
  • έλλειψη αγάπης(愛情不足)
  • έλλειψη εμπιστοσύνης(信頼の欠如)
  • έλλειψη σεβασμού(敬意の欠如)
  • Διαπιστώθηκε έλλειψη φαρμάκων.
  • 薬不足が確認された。
  • A shortage of medicines was observed.
  • Παρουσιάστηκε έλλειψη καυσίμων.
  • 燃料不足が生じた。
  • A fuel shortage occurred.

楕円

幾何学では、平面上の二つの定点からの距離の和が一定になる点の集まりとして定義される曲線を指す。円、放物線、双曲線と並ぶ基本的な曲線の一つ。

  • κύκλος, έλλειψη, υπερβολή και παραβολή(円、楕円、双曲線、放物線)
  • εκκεντρότητα της έλλειψης(楕円の離心率)
  • σε σχήμα έλλειψης(楕円形で)
  • ελλειπτική τροχιά(楕円軌道)

省略、楕円法

文体論や文法では、意味が容易に補える基本的な文の要素を省くこと、またその省略によってできる表現の型を指す。

  • έλλειψη του αντικειμένου(目的語の省略)
  • έλλειψη του ρήματος(動詞の省略)
  • έλλειψη του υποκειμένου(主語の省略)

複数形 ελλείψεις

複数形の ελλείψεις(不足している点、不備)は、足りないもの全般や、弱点、穴、欠けている点をまとめて言うときに使う。

  • ασήμαντες ελλείψεις(ささいな不足、不備)
  • κραυγαλέες ελλείψεις(目立つ欠陥、不備)
  • σοβαρές ελλείψεις στην αγορά(市場での深刻な品不足)
  • διατροφικές ελλείψεις(栄養上の不足)
  • πληθώρα ελλείψεων(多くの不備、欠点の多さ)
  • εντοπισμός των ελλείψεων(不足点の特定)
  • καταγραφή των ελλείψεων(不足点の記録)
  • κείμενο με πολλές ελλείψεις(欠けたところの多い文章)
  • μαθητής με πολλές ελλείψεις(基礎の抜けが多い生徒)

関連項目

同じ分類 [幾何] の単語

同じ分類 [言葉] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語