🎂

年齢、人生の各段階、時期、同年代の人々

TODO

基本情報

ギリシャ語

ηλικία

読み方

イリキア・イリキーア

ラテン文字表記

ilikia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 年齢
  2. 人生の各段階、時期
  3. 同年代の人々(主に複数形)

英語訳

age, stage of life, age group

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ἡλικία(同じ年齢、成熟した年齢)を継承。ἧλιξ(同い年の)からの派生語。派生語に ηλικιωμένος(年配の)、συνομήλικος(同い年の)。

年齢

生物の出生、あるいは無生物の生成の瞬間から現在までの期間を指す。主に年数で測られる。

  • η φυσική ηλικία(肉体的な年齢)
  • η χρονολογική ηλικία(実年齢)
  • η ηλικία της Γης(地球の年齢)
  • Ποια είναι η ηλικία σου;
  • 君は何歳?
  • What is your age?
  • Πέθανε σε μεγάλη ηλικία.
  • 彼は高齢で亡くなった。
  • He died at an old age.

人生の各段階、時期

身体的、精神的特徴が現れる特定の期間、あるいは法的に能力があると認められる時期を指すのにも使われる。

  • η αναπαραγωγική ηλικία(生殖期)
  • η γεροντική ηλικία(老年期)
  • σε τρυφερή ηλικία(幼少期に)
  • η ηλικία συνταξιοδότησης(退職年齢)
  • σε ηλικία γάμου(結婚適齢期)
  • Κάθε ηλικία έχει τη χάρη της.
  • どの年代にもそれぞれの良さがある。
  • Every age has its charm.
  • Είναι σε ηλικία γάμου.
  • 結婚適齢期である。
  • He/She is of marriageable age.

同年代の人々

主に複数形 ηλικίες で、特定の年齢層に属する人々の集まりを指す。

  • οι νεαρές ηλικίες(若年層)
  • οι ώριμες ηλικίες(熟年層)
  • άθλημα κατάλληλο για όλες τις ηλικίες
  • 全年齢対象のスポーツ
  • a sport suitable for all ages

専門用語・複合語

生物学、法、心理学などの分野で、年齢を分類する複合表現にも使われる。

  • βιολογική ηλικία(生物学的年齢)
  • μέση ηλικία(中年)
  • νόμιμη ηλικία(法定年齢)
  • όριο ηλικίας(年齢制限)
  • πνευματική ηλικία(精神年齢)
  • διανοητική ηλικία(精神年齢)
  • τρίτη ηλικία(サードエイジ、65歳以降の高齢期)
  • τέταρτη ηλικία(フォースエイジ、85歳以上の超高齢期)

成句・表現

  • δεν έχει ηλικία / χωρίς ηλικία
  • 年を感じさせない、不朽の(直訳:年齢を持たない/年齢なしで)
  • ageless
  • είναι (μιας) κάποιας ηλικίας
  • 年配である(直訳:ある程度の年齢である)
  • be of a certain age
  • είναι της ηλικίας του / έχουν την ίδια ηλικία
  • 同い年である(直訳:彼の年齢のものである/同じ年齢を持っている)
  • be the same age
  • με την ηλικία
  • 加齢とともに(直訳:年齢とともに)
  • with age
  • στο άνθος της ηλικίας
  • 青年期に。「人生の花盛りに」(直訳:年齢の花に)
  • in the flower of one’s youth

関連項目

同じ品詞 [女性名詞] の単語