🧭

方向、進路、方針、傾向、専攻

TODO

基本情報

ギリシャ語

κατεύθυνση

読み方

カテフシンシ・カテーフシンシ・カテフティンシ・カテーフティンシ

ラテン文字表記

katefthinsi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 方向、進路
  2. 方面、相手先
  3. 方針、方向性
  4. 傾向、専攻分野

英語訳

direction, course, orientation, field of study

語源・派生・関連語

動詞 κατευθύνω(向ける、導く、方向づける)に、動作や結果を表す名詞語尾 -ση が付いた語。κατευθύνω は κατά- と ευθύνω(まっすぐにする、正す)から構成される。

ευθύνω は εὐθύς(まっすぐな、直接の)と同語源で、ευθεία(直線、まっすぐに)にも関連する。διεύθυνση(方向、住所、管理)なども同じ語根を持つ。

近い語に προσανατολισμός(方位、見当、方向づけ)がある。方針や学問・芸術の流れを指す際は、τάση(傾向)といった語も用いられる。

方向、進路

  • ίδια κατεύθυνση(同じ方向)
  • αντίθετη κατεύθυνση(反対方向)
  • με κατεύθυνση προς νότο(南に向かって)
  • με κατεύθυνση τον Πειραιά(ピレウスに向かって)
  • δρόμος μονής κατεύθυνσης(一方通行の道)
  • δρόμος διπλής κατεύθυνσης(双方向通行の道)
  • Το πλοίο κινείται με κατεύθυνση τον Πειραιά.
  • 船はピレウス方面へ進んでいる。
  • The ship is moving in the direction of Piraeus.

方面、相手先

  • προς όλες τις κατευθύνσεις(あらゆる方面へ)
  • προς κάθε κατεύθυνση(各方面へ)
  • από αυτή την κατεύθυνση(この方面から)
  • εκτόξευσε απειλές προς όλες τις κατευθύνσεις(各方面へ脅しを向けた)
  • Κόσμος από όλες τις κατευθύνσεις συγκεντρώθηκε στο λιμάνι.
  • あらゆる方面から人々が港に集まった。
  • People from all directions gathered at the port.

方針、方向性

  • σωστή κατεύθυνση(正しい方向、正しい方針)
  • λάθος κατεύθυνση(間違った方向、誤った方針)
  • πολιτική κατεύθυνση(政治的方向性)
  • προς την κατεύθυνση του οικονομικού εκσυγχρονισμού(経済的近代化の方向へ)
  • Τα μέτρα βρίσκονται σε σωστή κατεύθυνση.
  • その措置は正しい方向にある。
  • The measures are in the right direction.
  • Δεν πήρε σωστή κατεύθυνση στη ζωή του.
  • 彼は人生で正しい方向を取らなかった。
  • He did not take the right direction in his life.

傾向、専攻分野

  • νέες κατευθύνσεις της παιδαγωγικής(教育学の新しい傾向)
  • κατευθύνσεις της κινηματογραφίας(映画芸術の傾向)
  • θεωρητική κατεύθυνση(理論系の専攻)
  • πρακτική κατεύθυνση(実践系の専攻)
  • Θα ακολουθήσεις θεωρητική ή πρακτική κατεύθυνση;
  • 理論系と実践系のどちらの専攻に進むの?
  • Will you follow the theoretical or practical track?

関連項目

同じ分類 [空間] の単語

同じ分類 [方角] の単語

同じ分類 [乗り物] の単語

同じ分類 [哲学・思考] の単語

同じ分類 [教育] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語