🚗

自動車、車

TODO

基本情報

ギリシャ語

αυτοκίνητο

読み方

アフトキニト・アフトキーニト

ラテン文字表記

aftokinito

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 自動車、車

英語訳

car, automobile

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の形容詞 αὐτοκίνητος(自分で動く、自発的に動く、← αὐτο-「自ら」+ κινητός「動く、動かされる」)の中性形を名詞化し、フランス語 automobile(auto-「自ら」+ -mobile「動く」)の構造を翻訳し移した翻訳借用(μεταφραστικό δάνειο)兼学術借用(λόγιο διαχρονικό δάνειο)。19 世紀末の自動車の発明とともに、フランス語 automobile が国際語化する流れの中で、ギリシャ語ではラテン文字経由の借用ではなく、自言語の素材で訳し直した αυτοκίνητο が定着した。

源にある古代の αὐτοκίνητος は、αὐτός(自分自身、同じ)と κινητός(動く、動かされる、← κινέω「動かす」)の合成で、もとは「外的な力を借りずに自分で動くもの」を意味する哲学的・物理学的な術語だった。アリストテレスの『動物の運動について』『物理学』で「自己運動するもの」(自然界で自発的に動く生命体や霊的存在)を指す重要な概念として用いられた。

αὐτο- は印欧祖語の「自分自身」を表す語根に由来し、英語の auto- 接頭辞(automatic, autograph, autopsy など)の語幹となっている。κινητός / κινέω からは英語 kinetic(運動の), kinesiology(運動学), cinema(映画、← κίνημα「動き」), cinematograph(映写機), hyperkinesis(多動症)など、近代の物理・医学・映画用語の中核語彙が広まった。

派生・関連語族として αυτοκινητάκι(小さな車、玩具の車、指小形), αυτοκινητάρα(でかくて立派な車、増大形), αυτοκινητόδρομος(高速道路), αυτοκινητοβιομηχανία(自動車産業), αυτοκινητιστής(自動車運転手、自動車整備士)。類義語に αμάξι(車、口語、← 古代 ἅμαξα「荷車」由来), οχήματα(車両、書きことば・公文書、← 古代 ὄχημα「乗り物」), μηχανή(バイク、機械、← μηχανή「機械、装置」)。αυτοκίνητο が中立的・公的な「自動車」の中心語、αμάξι が日常会話の口語形と棲み分けがある。

自動車、車

ふつうは四つの車輪を持ち、自前のエンジンで走る車両を指す。乗用車を中心にしつつ、用途や仕様を添えてさまざまな種類の車を表せる。

  • αγροτικό αυτοκίνητο(農業用車、ピックアップ系の車)
  • αγωνιστικό / σπορ αυτοκίνητο(レーシングカー / スポーツカー)
  • αναπηρικό αυτοκίνητο(障害者用車両)
  • αστυνομικό αυτοκίνητο(警察車両)
  • διθέσιο / τετραθέσιο αυτοκίνητο(二人乗り / 四人乗りの車)
  • επιβατικό αυτοκίνητο(乗用車)
  • επαγγελματικό αυτοκίνητο(商用車)
  • κάμπριο αυτοκίνητο(カブリオレ、オープンカー)
  • μεταχειρισμένο αυτοκίνητο(中古車)
  • οικολογικό / υβριδικό αυτοκίνητο(環境配慮型の車 / ハイブリッド車)
  • πεντάπορτο αυτοκίνητο(五ドア車)
  • πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο(ディーゼル車)
  • πολυτελές αυτοκίνητο(高級車)
  • συμβατικό αυτοκίνητο(従来型の車)
  • τεθωρακισμένο αυτοκίνητο(装甲車)
  • τετρακίνητο αυτοκίνητο(四輪駆動車)
  • φορτηγό αυτοκίνητο(貨物自動車、トラック)
  • αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης(営業用車両)
  • αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης(自家用車、私用車)
  • αυτοκίνητο μεταφοράς επιβατών / εμπορευμάτων / φορτίου(旅客 / 商品 / 貨物輸送用の自動車)
  • άδεια / αριθμός κυκλοφορίας αυτοκινήτου(自動車の免許 / ナンバー)
  • αμάξωμα / ανάρτηση / μπαταρία / φρένα / φώτα αυτοκινήτου(車体 / サスペンション / バッテリー / ブレーキ / ライト)
  • συνεργείο / αντιπροσωπεία αυτοκινήτων(自動車整備工場 / 自動車ディーラー)
  • βιομηχανία αυτοκινήτων(自動車産業)
  • οδηγώ / παρκάρω / τρακάρω το αυτοκίνητο(車を運転する / 駐車する / ぶつける)
  • ταξιδεύω / τρέχω με το αυτοκίνητο(車で移動する / 車で飛ばす)
  • εκούσια ακινησία αυτοκινήτου(自動車の一時抹消、任意の運行停止)
  • Ευρωπαϊκή Ημέρα Χωρίς Αυτοκίνητο(欧州カーフリーデー、9月22日)

成句・表現

  • αυτοκίνητο δύο όγκων
  • 二つのボリュームから成る車。ハッチバック型の車。
  • hatchback, two-box car
  • αυτοκίνητο τριών όγκων
  • 三つの独立した区画をもつ車。前部の機関室、客室、後部のトランクが分かれたセダン系の車。
  • three-box car, sedan-type car

関連項目

同じ分類 [乗り物] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語