🚗

自動車、車

TODO

基本情報

ギリシャ語

αυτοκίνητο

読み方

アフトキニト・アフトキーニト

ラテン文字表記

aftokinito

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 自動車、車

英語訳

car, automobile

語源・派生・関連語

語源

αυτοκίνητο は、19世紀末ごろにフランス語 automobile の影響で定着した近代の語。語の形そのものは αυτο-(自分で)と κινητός(動く、可動の)に対応しており、「自力で動くもの」という意味を表している。

αμάξι との関係

日常会話では、自動車を αμάξι(車)と言うことも非常に多い。αυτοκίνητο のほうが中立的で、公的な表現や車種説明、技術的な言い方にもそのまま使いやすい。

派生語

拡大形の αυτοκινητάρα(でかくて立派な車)は「大きくて豪華な車」「排気量の大きい立派な車」のような言い方。指小形の αυτοκινητάκι(小さな車)は、小さな車や玩具の車をやわらかく言うときに使われる。

意味

主な意味は、自前のエンジンで走る四輪車としての「自動車、車」。乗用車を中心に、用途、車体の型、駆動方式などを言い分けるときの土台になる語で、公用車、私用車、商用車、四輪駆動車、ハッチバック、セダン系の車などにも広く使われる。

自動車、車

ふつうは四つの車輪を持ち、自前のエンジンで走る車両を指す。乗用車を中心にしつつ、用途や仕様を添えてさまざまな種類の車を表せる。

  • αγροτικό αυτοκίνητο(農業用車、ピックアップ系の車)
  • αγωνιστικό / σπορ αυτοκίνητο(レーシングカー / スポーツカー)
  • αναπηρικό αυτοκίνητο(障害者用車両)
  • αστυνομικό αυτοκίνητο(警察車両)
  • διθέσιο / τετραθέσιο αυτοκίνητο(二人乗り / 四人乗りの車)
  • επιβατικό αυτοκίνητο(乗用車)
  • επαγγελματικό αυτοκίνητο(商用車)
  • κάμπριο αυτοκίνητο(カブリオレ、オープンカー)
  • μεταχειρισμένο αυτοκίνητο(中古車)
  • οικολογικό / υβριδικό αυτοκίνητο(環境配慮型の車 / ハイブリッド車)
  • πεντάπορτο αυτοκίνητο(五ドア車)
  • πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο(ディーゼル車)
  • πολυτελές αυτοκίνητο(高級車)
  • συμβατικό αυτοκίνητο(従来型の車)
  • τεθωρακισμένο αυτοκίνητο(装甲車)
  • τετρακίνητο αυτοκίνητο(四輪駆動車)
  • φορτηγό αυτοκίνητο(貨物自動車、トラック)
  • αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης(営業用車両)
  • αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης(自家用車、私用車)
  • αυτοκίνητο μεταφοράς επιβατών / εμπορευμάτων / φορτίου(旅客 / 商品 / 貨物輸送用の自動車)
  • άδεια / αριθμός κυκλοφορίας αυτοκινήτου(自動車の免許 / ナンバー)
  • αμάξωμα / ανάρτηση / μπαταρία / φρένα / φώτα αυτοκινήτου(車体 / サスペンション / バッテリー / ブレーキ / ライト)
  • συνεργείο / αντιπροσωπεία αυτοκινήτων(自動車整備工場 / 自動車ディーラー)
  • βιομηχανία αυτοκινήτων(自動車産業)
  • οδηγώ / παρκάρω / τρακάρω το αυτοκίνητο(車を運転する / 駐車する / ぶつける)
  • ταξιδεύω / τρέχω με το αυτοκίνητο(車で移動する / 車で飛ばす)
  • εκούσια ακινησία αυτοκινήτου(自動車の一時抹消、任意の運行停止)
  • Ευρωπαϊκή Ημέρα Χωρίς Αυτοκίνητο(欧州カーフリーデー、9月22日)

成句・表現

  • αυτοκίνητο δύο όγκων
  • 二つのボリュームから成る車。ハッチバック型の車。
  • hatchback, two-box car
  • αυτοκίνητο τριών όγκων
  • 三つの独立した区画をもつ車。前部の機関室、客室、後部のトランクが分かれたセダン系の車。
  • three-box car, sedan-type car

関連項目

同じ品詞 [中性名詞] の単語