🏫

学校、校舎、学校教育、全校、学びの場

TODO

基本情報

ギリシャ語

σχολείο

読み方

スホリオ・スホリーオ

ラテン文字表記

scholeio

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 学校、教育機関
  2. 校舎
  3. 学校教育、授業
  4. 全校、学校全体
  5. 学びの場(比喩)

英語訳

school

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の σχολή(講義、学びの場)から派生したヘレニズム期の σχολεῖον(学ぶ場所、学校)に由来。学術借用で取り入れられた文語的な形で、近代にはフランス語の école やドイツ語の Schule に対応する語としても意味が整えられた。フランス語 école、ドイツ語 Schule、英語 school はいずれもラテン語の schola を経て同じ σχολή から来ている。

派生語に σχολικός(学校の)。母音の連続を避けた口語的な別形 σχολειό なども使われる。関連語には μαθητής(生徒、弟子)など。

学校、教育機関

  • σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης(初等教育の学校)
  • σχολείο μέσης εκπαίδευσης(中等教育の学校)
  • δημοτικό σχολείο(小学校)
  • σχολείο γενικής εκπαίδευσης(普通教育の学校)
  • σχολείο επαγγελματικής εκπαίδευσης(職業教育の学校)
  • δημόσιο σχολείο(公立学校)
  • ιδιωτικό σχολείο(私立学校)
  • νυχτερινό σχολείο(夜間学校)
  • ειδικό σχολείο(特別支援学校)
  • σχολείο εργασίας(勤労学校、作業学校)
  • κρυφό σχολειό(オスマン支配期に秘密に営まれたとされる学校)
  • κατηχητικό σχολείο(教理学校、日曜学校)
  • Πηγαίνω στο σχολείο.
  • 学校へ行く。
  • I go to school.
  • Στέλνω το παιδί στο σχολείο.
  • 子供を学校に通わせる。
  • I send the child to school.

校舎

  • καινούριο σχολείο(新しい校舎、新しい学校)
  • σύγχρονο σχολείο(近代的な校舎、現代的な学校)
  • η αυλή του σχολείου(学校の中庭)
  • οι αίθουσες του σχολείου(学校の教室)

学校教育、授業

  • βγάζω έναν μαθητή από το σχολείο(生徒を退学させる)
  • βγάζω το σχολείο(学校の全課程を終える、卒業する)
  • Το σχολείο αρχίζει στις οκτώ και τελειώνει στη μία.
  • 学校は8時に始まり、1時に終わる。
  • School starts at eight and ends at one.
  • Φέτος τελειώνω το σχολείο.
  • 今年、学校を卒業する。
  • I finish school this year.
  • Δε μου αρέσει το σχολείο.
  • 学校は好きではない。
  • I don’t like school.

全校、学校全体

  • Σήμερα όλο το σχολείο θα πάει εκδρομή.
  • 今日は全校で遠足に行く。
  • The whole school is going on an excursion today.
  • Αυτή την καθηγήτρια την αγαπάει όλο το σχολείο.
  • この女性教師は学校中から好かれている。
  • The whole school loves this teacher.

学びの場(比喩)

  • Η κοινωνία είναι ένα μεγάλο σχολείο.
  • 社会は大きな学校だ。
  • Society is a great school.
  • Διδάχτηκε πολλά από το σχολείο της ζωής.
  • 彼は人生という学校から多くを学んだ。
  • He learned a lot from the school of life.

関連項目

同じ分類 [施設・建物] の単語

同じ分類 [教育] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語