🪟

窓、ウィンドウ、機会

TODO

基本情報

ギリシャ語

παράθυρο

読み方

パラシロ・パラーシロ・パラティロ・パラーティロ

ラテン文字表記

parathyro

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. ウィンドウ
  2. 機会、接触手段(比喩)

英語訳

window

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語 παρά(傍らに、沿って)と θύρα(戸、ドア)からの中世ギリシャ語 παράθυρον を継承。もとは「ドアの横にある開口部」の意。

派生に παραθυρόφυλλο(鎧戸、雨戸), παραθυράκι(小窓、抜け穴), εκπαραθυρώνω(追い出す、放逐する), ψευδοπαράθυρο(偽窓、機能しない窓)。関連語に φινιστρίνι(舷窓、船の丸窓)。

建物や乗り物に設けられた、通常はガラスで覆われた開口部を指す。視界の確保、換気、採光を目的とし、枠や戸、ガラスなどをまとめて言うこともある。

  • δίφυλλο παράθυρο(両開き窓)
  • εσωτερικό παράθυρο(内窓)
  • τυφλό παράθυρο(はめ殺し窓、見晴らしのきかない窓)
  • ψηλό παράθυρο(高い位置にある窓)
  • η κάσα του παραθύρου(窓枠)
  • το περβάζι του παραθύρου(窓台、窓の敷居)
  • τα παντζούρια του παραθύρου(窓の鎧戸、シャッター)
  • παράθυρα με σίτες(網戸付きの窓)
  • αλουμινένια παράθυρα(アルミサッシの窓)
  • ξύλινα παράθυρα(木製の窓)
  • ανοιγόμενα παράθυρα(開き窓)
  • συρόμενα παράθυρα(引き違い窓)
  • τα στρογγυλά παράθυρα των πλοίων(船の丸窓、舷窓)
  • ηλεκτρικά παράθυρα αυτοκινήτου(車のパワーウィンドウ)
  • Τα παράθυρα βλέπουν στη θάλασσα.
  • 窓が海に面している。窓から海が見える。
  • The windows face the sea.
  • Τα παράθυρα έχουν θολώσει.
  • 窓が曇っている。
  • The windows have fogged up.
  • Καθαρίζω τα παράθυρα.
  • 窓を掃除する。
  • I clean the windows.
  • Κατεβάζω το παράθυρο.
  • 車の窓を下げる。
  • I roll down the window.

ウィンドウ

コンピュータでは、画面上に表示される長方形の枠を指す。ファイル、プログラム、ウェブページなどを表示するための領域として使う。

  • αναδυόμενο παράθυρο(ポップアップウィンドウ)
  • ενεργό παράθυρο(アクティブウィンドウ)
  • τηλεοπτικό παράθυρο(テレビのワイプ、分割画面、出演枠)
  • παράθυρο εργασιών(タスクウィンドウ)
  • παράθυρο περιήγησης(ブラウジングウィンドウ)
  • ελαχιστοποίηση παραθύρου(ウィンドウの最小化)
  • κλείσιμο παραθύρου(ウィンドウを閉じること)
  • μεγιστοποίηση παραθύρου(ウィンドウの最大化)
  • μετακίνηση παραθύρου(ウィンドウの移動)
  • διαχειριστής παραθύρων(ウィンドウマネージャー)
  • Εμφανίζεται παράθυρο με τίτλο …
  • 「…」というタイトルのウィンドウが表示される。
  • A window appears with the title …

機会、接触手段(比喩)

比喩では、何かに触れたり、そこへ近づいたりするための機会や手段を指すのにも使われる。

  • το βιβλίο ως παράθυρο στον κόσμο της γνώσης
  • 知識の世界への窓としての本。
  • a book as a window to the world of knowledge
  • το διαδίκτυο ως παράθυρο στον κόσμο της γνώσης
  • 知識の世界への窓としてのインターネット。
  • the internet as a window to the world of knowledge
  • Με τα τεχνολογικά επιτεύγματα ανοίγεται ένα παράθυρο στο μέλλον.
  • 技術的成果によって未来への窓が開かれる。
  • A window to the future opens through technological achievements.

増大語 παραθυράρα

  • παραθυράρα(大きな窓)

成句・表現

  • Βγήκε στα παράθυρα να καταγγείλει …
  • ニュース番組に出て告発した。
  • He went on TV panels to denounce …
  • Γυρνά από παράθυρο σε παράθυρο
  • 番組から番組へとはしご出演する。
  • He goes from one TV window to another.
  • ανοίγω παράθυρο συνεργασίας
  • 協力の道を開く(直訳:協力の窓を開く)。
  • open a window for cooperation
  • αφήνω ανοιχτό παράθυρο για πρόωρες εκλογές
  • 解散総選挙の可能性を残す(直訳:早期選挙のための窓を開けておく)。
  • leave a window open for early elections
  • προσλήψεις απ’ το παράθυρο
  • 裏口採用。コネや非正規な方法による採用。
  • backdoor hiring
  • μπαίνω απ’ το παράθυρο
  • 裏口から入る。非正規な方法で目的を達成する。
  • get in through the window
  • πετώ τα λεφτά μου απ’ το παράθυρο
  • 金をドブに捨てる。無駄遣いをする。
  • throw my money out the window
  • όταν η φτώχεια μπαίνει απ’ την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ’ το παράθυρο
  • 貧乏が玄関から入ってくると、愛は窓から逃げていく。
  • When poverty comes in through the door, love leaves through the window.
  • τον διώχνεις απ’ την πόρτα και μπαίνει απ’ το παράθυρο
  • 門前払いしても窓から入ってくる。しつこい人のたとえ。
  • You throw him out the door and he comes in through the window.

関連項目

同じ分類 [施設・建物] の単語

同じ分類 [コンピュータ] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語