🏹

弓、アーチ、弧

TODO

基本情報

ギリシャ語

τόξο

読み方

トクソ・トークソ

ラテン文字表記

toxo

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 弓(武器)
  2. アーチ(建築)
  3. 弧(幾何、形状)
  4. 地質・地政の弧(比喩)
  5. 弦楽器の弓

英語訳

bow, arch, arc

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の τόξον(弓、弧)を継承。中世以降に末尾の -ν が落ちて今の形になった。

電弧(ηλεκτρικό τόξο)、地質学・地政学の「弧」、弦楽器の弓といった近現代の用法は、フランス語 arc やイタリア語 arco からの意味借用で定着した。

連語に ουράνιο τόξο(虹)、ηλεκτρικό τόξο(電弧)、αορτικό τόξο(大動脈弓)、νησιωτικό τόξο(島弧)、ελληνικό τόξο(ヘレニック弧、地質)など。派生に τοξότης(射手、射手座)。

  • εύκαμπτο τόξο(しなやかな弓)
  • τεντωμένο τόξο(張った弓)
  • τόξο για κυνήγι(猟用の弓)
  • φαρέτρα και τόξο(矢筒と弓)
  • Ο τοξότης τέντωσε το τόξο του.
  • 射手は弓を引き絞った。
  • The archer drew his bow.

アーチ

  • ημικυκλικό τόξο(半円アーチ)
  • γοτθικό τόξο(ゴシックアーチ)
  • τόξο γέφυρας(橋のアーチ)
  • πλίνθινα τόξα(れんがのアーチ、複数)
  • Η εκκλησία στηρίζεται σε μεγάλα γοτθικά τόξα.
  • その教会は大きなゴシックアーチで支えられている。
  • The church is supported by large Gothic arches.

  • τόξο κύκλου(円弧)
  • τόξο έλλειψης(楕円の弧)
  • τόξο των φρυδιών(眉の弧)
  • Η μπάλα διέγραψε ένα τόξο στον αέρα.
  • ボールは空中で弧を描いた。
  • The ball traced an arc in the air.

地質・地政の弧

  • ελληνικό τόξο(ヘレニック弧、地中海プレートの境界)
  • ηφαιστειακό τόξο(火山弧)
  • τόξο του τρόμου(テロの弧、政治)
  • δημοκρατικό τόξο(民主主義陣営)
  • Το ελληνικό τόξο είναι μια από τις πιο σεισμικές περιοχές της Ευρώπης.
  • ヘレニック弧はヨーロッパで最も地震活動が活発な地域の一つだ。
  • The Hellenic arc is one of the most seismically active regions in Europe.

弦楽器の弓

  • Ο βιολιστής τράβηξε το τόξο πάνω στις χορδές.
  • バイオリン奏者は弓を弦の上に走らせた。
  • The violinist drew the bow across the strings.

成句・表現

  • ηλεκτρικό τόξο
  • 電弧、アーク放電(直訳:電気の弧)
  • electric arc

関連項目

同じ分類 [道具] の単語

同じ分類 [軍事] の単語

同じ分類 [幾何] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語