
デンタルフロス
TODO
基本情報
ギリシャ語
οδοντική κλωστή
読み方
オドンディキ クロスティ・オドンディキー クロスティー
ラテン文字表記
odontiki klosti
変化パターン
TODO
日本語訳
- デンタルフロス
英語訳
dental floss
語源・派生・関連語
οδοντικός(歯の、歯科の)の女性形 οδοντική と κλωστή(糸、縫い糸)からなる連語。英語 dental floss に対応し、日本語では「デンタルフロス」と呼ばれる。
οδοντική κλωστή は、δόντι(歯)と歯のあいだを掃除するための細い糸状の道具を指す。
デンタルフロス
- οδοντική κλωστή(デンタルフロス)
- χρήση οδοντικής κλωστής(デンタルフロスの使用)
- καθαρίζω τα δόντια με οδοντική κλωστή(デンタルフロスで歯を掃除する)
- Χρησιμοποιεί οδοντική κλωστή κάθε βράδυ.
- 彼女は毎晩デンタルフロスを使う。
- She uses dental floss every night.
関連項目
同じ分類 [身体・健康] の単語
- 教育、訴訟、治療、伝導 (αγωγή)
- 気体、ガス (αέριο)
- 血液、聖体、命、血縁 (αίμα)
- 痛み、精神的苦痛、深い悲しみ (άλγος)
- 呼吸、息づかい (αναπνοή)
- 炭素、炭疽、炭疽病 (άνθρακας)
- 人間らしい水準の、人間の身体の (ανθρωπινός)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 日焼け止めの、日焼け止め(別形) (αντηλιακός)
- 日焼け止めの、日焼け止め (αντιηλιακός)
- 暴露、発見、公開、啓示、黙示、露出 (αποκάλυψη)
- 記事、条文、関節 (άρθρο)
- 病気、病、欠点、弱み、悪い癖 (αρρώστια)
- 疾病、病気、病弊 (ασθένεια)
- 運動、練習問題、軍事演習、従事、行使 (άσκηση)
- 耳、聴力、取っ手 (αυτί)
- 視線、眼差し、目つき (βλέμμα)
- 上腕、腕、アーム (βραχίονας)
- ひげ (γένια)
- 舌、言葉、言語 (γλώσσα)
- 涙、涙のような滴 (δάκρυ)
- 指 (δάχτυλο)
- 指針、指示棒、人差し指、指数、添字 (δείκτης)
- 皮膚、肌、革 (δέρμα)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- コンパス、糖尿病、コンパス座 (διαβήτης)
- 歯、歯のような突起、にんにくの1片 (δόντι)
- 試験、検査、診察 (εξέταση)
- 接触、コンタクト、つながり (επαφή)
- 天然痘 (ευλογιά)
- ハーブティー、煎じ薬 (ζεστό)
- 胸腺 (θύμος)
- 汗、発汗、労苦 (ιδρώτας)
- 聖なる、神聖な、仙骨の (ιερός)
- 均衡、平衡、バランス (ισορροπία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム (καθυστέρηση)
- 心臓、心、ハート、中心 (καρδιά)
- 果実、実、子、成果、産物、手首 (καρπός)
- クルミ、胡桃、喉仏 (καρύδι)
- 燃やすこと、火傷、やけど、灼熱感 (κάψιμο)
- ろう、蝋、ワックス、ろうそく、耳あか (κερί)
- 頭、頭数、命、知性、先端部 (κεφάλι)
- 頭突き、ヘディング (κεφαλιά)
- 糸、縫い糸 (κλωστή)
- 髪(文語)、樹冠 (κόμη)
- 娘、古拙期の女性像、コレー、瞳孔 (κόρη)
- 肉、肉体 (κρέας)
- 首、喉 (λαιμός)
- 石、宝石、試金石、結石 (λίθος)
- 頬、ほっぺた (μάγουλο)
- 髪の毛、羊毛 (μαλλί)
- 目、視線、穴、邪視 (μάτι)
- 眼差し、一瞥、視点 (ματιά)
- ナイフ、包丁、メス、刃 (μαχαίρι)
- 刺し傷、一突き、痛烈な痛手 (μαχαιριά)
- 構成員、手足、旋律、メロディ (μέλος)
- リンゴ、林檎 (μήλο)
- 風呂、入浴、浴室、水浴び、海水浴、温泉場 (μπάνιο)
- 上腕、腕、アーム (μπράτσο)
- 脳、知性、正気 (μυαλό)
- 鼻 (μύτη)
- 病院 (νοσοκομείο)
- 疾病、病 (νόσος)
- メス、手術 (νυστέρι)
- 歯の、歯科の、歯音の (οδοντικός)
- 道、道路、〜路 (οδός)
- 苦痛、激しい痛み、苦悩 (οδύνη)
- 楽器、器官、道具 (όργανο)
- 眼、目、芽、字面 (οφθαλμός)
- 手のひら、掌、デシメートル (παλάμη)
- 万能薬 (πανάκεια)
- アヒル、カモ、しびん (πάπια)
- 蝶、バタフライ、蝶形のもの、バタフライ針 (πεταλούδα)
- 圧力、プレッシャー、血圧 (πίεση)
- 背中、背、背もたれ (πλάτη)
- 辺、側、側面、肋骨 (πλευρά)
- 足、脚、脚部 (πόδι)
- 頭痛、悩みの種、厄介ごと (πονοκέφαλος)
- 痛み、苦痛、悲しみ (πόνος)
- 顔、人物、人称、外観 (πρόσωπο)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 発熱、熱、熱狂 (πυρετός)
- 肉、果肉、肉欲 (σάρκα)
- 種、きっかけ、精液、小さい子 (σπόρος)
- 胸、バスト、乳房 (στήθος)
- 口 (στόμα)
- 胃、胃袋、胃の調子 (στομάχι)
- システム、体系、体制 (σύστημα)
- 傾向、電圧、張り (τάση)
- 切開、切断、断面、交点、転換 (τομή)
- 毛の束、枝葉、塊 (τούφα)
- 毛、ケ (τρίχα)
- 恐怖、震え (τρόμος)
- 健康、保健 (υγειά)
- 健康、保健 (υγεία)
- 睡眠 (ύπνος)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- レンズ、カメラ、懐中電灯 (φακός)
- 薬、医薬品、解決策、洗浄剤、消毒剤 (φάρμακο)
- 泡、ふくらみ、水ぶくれ、バブル、膀胱 (φούσκα)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然の、物理の、物理学者 (φυσικός)
- 笑顔、ほほえみ、喜び、ボートネック、白く整った歯並び (χαμόγελο)
- 唇、縁、へり (χείλος)
- 手、腕 (χέρι)
- 色、肌の色、顔色、絵の具 (χρώμα)
- 一節、抜粋、部位 (χωρίο)
同じ分類 [道具] の単語
- 引目鋸、キツネの尻尾、ケイトウ (αλεποουρά)
- ライター (αναπτήρας)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 日焼け止めの、日焼け止め(別形) (αντηλιακός)
- 日焼け止めの、日焼け止め (αντιηλιακός)
- ポンプ、ポンプ座 (αντλία)
- 矢、や座、矢座 (βέλος)
- 発電機、ジェネレーター (γεννήτρια)
- ツル、鶴、クレーン、つる座 (γερανός)
- 角、隅、アングル材 (γωνία)
- 指針、指示棒、人差し指、指数、添字 (δείκτης)
- コンパス、糖尿病、コンパス座 (διαβήτης)
- 円盤、レコード、ディスク (δίσκος)
- 網、ネット (δίχτυ)
- 道具、工具 (εργαλείο)
- くびき、天秤、てんびん座、天秤座 (ζυγός)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン (ζώνη)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 魔法瓶、温かい、熱烈な (θερμός)
- カニ、蟹、パイプレンチ、右進みの編み方 (κάβουρας)
- ケーブル、電線 (καλώδιο)
- かまど、炉(文語)、ろ座 (κάμινος)
- カード、ハガキ (κάρτα)
- ギター (κιθάρα)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- 鍵、決め手、レンチ、キー、音部記号 (κλειδί)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 空調の、エアコン (κλιματιστικός)
- 糸、縫い糸 (κλωστή)
- 台所、キッチン、コンロ、料理、料理法 (κουζίνα)
- スプーン、さじ、一さじ分 (κουτάλι)
- クリーム (κρέμα)
- 狼、オオカミ、雄狼、旧式銃の撃鉄、おおかみ座 (λύκος)
- ナイフ、包丁、メス、刃 (μαχαίρι)
- 手段、媒体、中間、経由で (μέσο)
- 機械、装置 (μηχάνημα)
- カーペット、絨毯 (μοκέτα)
- 鉛筆、ペンシル型コスメ、鉛・弾丸、鉛のような重さ (μολύβι)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬(別形) (μπάγκος)
- バナナ、バナナ味のもの、バナナボート、ウエストポーチ、バナナプラグ、バナナシニヨン (μπανάνα)
- ベース、低音 (μπάσο)
- 流し、シンク、口汚い人 (νεροχύτης)
- メス、手術 (νυστέρι)
- 作業台、カウンター、ベンチ、浅瀬 (πάγκος)
- オウム、物まねする人、ウォーターポンププライヤー、車載クレーン (παπαγάλος)
- サンダル、ペダル、支持部 (πέδιλο)
- 蝶、バタフライ、蝶形のもの、バタフライ針 (πεταλούδα)
- 皿、ひと皿、料理、皿形のもの (πιάτο)
- フォーク (πιρούνι)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 洗濯機、食洗機 (πλυντήριο)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- コップ、グラス、一杯 (ποτήρι)
- 方位磁石、コンパス、ピュクシス (πυξίδα)
- 時計、時計台、メーター、アサガオ (ρολόι)
- ほうき、掃除機 (σκούπα)
- ほうきの柄、ほうきの棒 (σκουπόξυλο)
- メスイヌ、雌犬 (σκύλα)
- 折りたたみ小刀、ポケットナイフ (σουγιάς)
- マッチ、切れ者、強い酒、塩酸 (σπίρτο)
- 飾り、装身具 (στολίδι)
- 映画、フィルム、リボン、テープ、サナダムシ (ταινία)
- 絨毯、カーペット、表面を覆うもの (τάπητας)
- 電話、電話機、電話番号 (τηλέφωνο)
- 弓、アーチ、弧 (τόξο)
- 三角形、三角形のもの、トライアングル (τρίγωνο)
- 車輪、回転体、研磨機、グラインダー、刑具 (τροχός)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- レンズ、カメラ、懐中電灯 (φακός)
- オーブン、かまど、パン屋、工業炉 (φούρνος)
- ブレーキ、急ブレーキの音 (φρένο)
- 小さな絨毯、ドアマット (χαλάκι)
- 絨毯、敷物、ラグ、カーペット (χαλί)
- タコ、荷締め用ゴムひも、排気マニホールド (χταπόδι)
- はさみ、ハサミ、削減、カット (ψαλίδι)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
身体・健康
道具