🩸

血液、聖体、命、血縁

TODO

基本情報

ギリシャ語

αίμα

読み方

エマ・エーマ

ラテン文字表記

aima

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 血液
  2. 聖体
  3. 赤色(比喩)
  4. 生理的機能、感情、性質(比喩)
  5. 命、犠牲、苦労
  6. 暴力、死、殺害
  7. 血縁、家系

英語訳

blood

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の αἷμα(血)を継承。接頭辞 αιμο-(血液の〜)として合成語をつくり、αιμορραγία(出血)、αιμοδοσία(献血)など多くの医学語彙に生きる。英語 hemoglobin(ヘモグロビン)、hemorrhage(出血)などの hemo- / hemato- も同じ αἷμα をもとにした語。

血液

人間や動物の動脈・静脈を流れる赤い液体。

  • πίεση του αίματος(血圧)
  • εξετάσεις αίματος(血液検査)
  • ομάδα αίματος(血液型)
  • μετάγγιση αίματος(輸血)
  • τράπεζα αίματος(血液銀行)
  • χάνω αίμα(出血する)
  • δίνω αίμα(献血する)
  • παίρνω αίμα(採血する)
  • Τρέχει αίμα από την πληγή.
  • 傷口から血が流れる。
  • Blood is flowing from the wound.

聖体

キリスト教の聖体拝領(η Θεία Κοινωνία)において、ワインをキリストの血として指す。

  • το αίμα του Χριστού(キリストの血)

赤色

非常に赤い様子を αίμα に喩える。

  • αίμα είναι το καρπούζι
  • このスイカは血のように赤い
  • this watermelon is red as blood

生理的機能、感情、性質

体の感覚や感情の昂ぶりを血の動きで表す比喩的な用法。

  • παγώνει το αίμα μου(血が凍りつく。恐怖で身がすくむ)
  • μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι(頭に血が上る。激怒する)
  • βράζει το αίμα κάποιου(血が煮えくり返る。激怒や情熱の意)
  • νέο αίμα(新しい血。新しい人材や考え)
  • έχει στο αίμα του κάτι(血に流れている。天性の性質の意)
  • Με τον ανασχηματισμό μπήκε νέο αίμα στην κυβέρνηση.
  • 内閣改造により政府に新しい血が注入された。
  • The cabinet reshuffle brought new blood into the government.

命、犠牲、苦労

最も貴重な財産としての人の命や、多大な犠牲・苦労を αίμα で表す。

  • δίνω το αίμα μου(命を捧げる)
  • χύνω το αίμα μου(血を流す。戦死する)
  • πίνω το αίμα κάποιου(人の血を吸う。情け容赦なく搾取する)
  • πληρώνω κάτι σε αίμα(多大な犠牲を払って手に入れる)
  • Έχυσε το αίμα του για την πατρίδα.
  • 祖国のために血を流した。
  • He shed his blood for his homeland.
  • Σπουδάζει τα παιδιά του με αίμα.
  • 身を削るような思いで子供を学校に通わせている。
  • He educates his children at great personal sacrifice.

暴力、死、殺害

非業の死や殺戮を αίμα で表す。

  • λουτρό αίματος(血の海、大虐殺)
  • βάφω τα χέρια μου με αίμα(手を血で染める。人を殺める)
  • αίμα στο αίμα(血には血を。復讐の教唆)
  • πνίγω κάτι στο αίμα(血の海に沈める。武力で鎮圧する)
  • Οι δρόμοι βάφτηκαν με αίμα.
  • 道が血で染まった。
  • The streets were dyed with blood.

血縁、家系

血のつながりや家系を指すのにも使われる。συγγένεια εξ αίματος(血縁)は、婚姻による親族(εξ αγχιστείας)と区別される。

  • δεσμοί αίματος(血のつながり、血縁)
  • συγγενείς εξ αίματος(血族)
  • βασιλικό αίμα(王家の血筋)
  • τραβάει το αίμα(血筋を引く。性質が遺伝する)
  • Το αίμα νερό δε γίνεται.
  • 血は水にはならない。親族の絆は断てない。
  • Blood is thicker than water.

関連項目

同じ分類 [身体・健康] の単語

同じ分類 [信仰・神話] の単語

同じ分類 [感情] の単語

同じ分類 [家族] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語