🦠

疾病、病

TODO

基本情報

ギリシャ語

νόσος

読み方

ノソス・ノーソス

ラテン文字表記

nosos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 疾病、病

英語訳

disease, illness

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の νόσος(病)に由来。古代以前の起源は定まっていない。

現代ギリシャ語では医学的な疾患名や臨床文脈でよく使う。日常会話では αρρώστια(病気、欠点)、形式的・制度的な場面では ασθένεια(疾病、病弊)を使うことが多い。νόσος は病名の定型によく入る。

派生語に νόσημα(疾患), νοσηρός(病的な)。合成語 νοσοκομείο(病院)は νόσος + κομέω(世話する)で「病の世話をする場所」の意。英語の医学用語 nosology(疾病学), nosocomial(院内感染の)の noso- も同じ語源。

疾病、病

医学的な文脈で、器官や系統の異常としてとらえられる病気を指す。病気の種類、進行、診断、治療、症例などを言うときの硬めの基本語である。

  • αλλεργική νόσος(アレルギー性疾患)
  • αναπνευστική νόσος(呼吸器疾患)
  • ασυμπτωματική νόσος(無症候性の病気)
  • γενετική νόσος(遺伝性疾患)
  • δερματική νόσος(皮膚疾患)
  • εκφυλιστική νόσος(変性疾患)
  • επιδημική νόσος(流行性疾患)
  • θανατηφόρα νόσος(致死性の病気)
  • ιογενής νόσος(ウイルス性疾患)
  • καρδιαγγειακή νόσος(心血管疾患)
  • λοιμώδης νόσος(感染症)
  • μεταβολική νόσος(代謝性疾患)
  • μεταδοτική νόσος(伝染病)
  • μολυσματική νόσος(感染性の病気)
  • νευρολογική νόσος(神経疾患)
  • σπάνια νόσος(希少疾患)
  • τροπική νόσος(熱帯病)
  • φλεγμονώδης νόσος(炎症性疾患)
  • νόσος του παχέος εντέρου(大腸の病気)
  • νόσος του ήπατος(肝臓の病気)
  • ανάπτυξη μιας νόσου(病気の進展)
  • αντιμετώπιση μιας νόσου(病気への対処、治療対応)
  • διάγνωση μιας νόσου(病気の診断)
  • επιπλοκές μιας νόσου(病気の合併症)
  • θεραπεία μιας νόσου(病気の治療)
  • κρούσματα μιας νόσου(病気の症例)
  • πορεία μιας νόσου(病気の経過)
  • βραδέως εξελισσόμενη νόσος(ゆっくり進行する病気)
  • ταχέως εξελισσόμενη νόσος(速く進行する病気)
  • νόσος που προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα(中枢神経系を侵す病気)
  • Πάσχει από σπάνια νόσο.
  • 彼は希少疾患を患っている。
  • He suffers from a rare disease.
  • Η διάγνωση της νόσου έγινε έγκαιρα.
  • その病気は早期に診断された。
  • The disease was diagnosed early.

成句・表現

  • νόσος του Weil
  • ワイル病、レプトスピラ症
  • Weil’s disease, leptospirosis
  • νόσος του Χάνσεν
  • ハンセン病(直訳:ハンセンの病)
  • Hansen’s disease, leprosy
  • νόσος των λεγεωνάριων / λεγεωναρίων
  • レジオネラ症(直訳:軍団兵たちの病)
  • Legionnaires’ disease
  • νόσος του ύπνου
  • 睡眠病(直訳:眠りの病)
  • sleeping sickness
  • νόσος των τρελών αγελάδων
  • 狂牛病(直訳:狂った牛たちの病)
  • mad cow disease

関連項目

同じ分類 [身体・健康] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語