❤️

心臓、心、ハート、中心

TODO

基本情報

ギリシャ語

καρδιά

読み方

カルディア・カルディアー

ラテン文字表記

kardia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 心臓
  2. ハート
  3. 心、性質
  4. 意欲、勇気
  5. 中心、核心

英語訳

heart

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の καρδία(心臓、心)を継承。中世ギリシャ語で母音の連続を避けて今の形になった。印欧祖語の「心臓」を表す語根から続き、英語 heart も同じ語源。英語 cardiac はギリシャ語 καρδιακός からラテン語を経て入った語で、医学接頭辞 cardio- も同じ系統。

感情や人柄としての「心」は καρδιά、思考や知性としての「心」は νους、魂としての「心」は ψυχήπνεύμα と使い分ける。類義語の στήθος(胸)も感情の座としての心を指すことがある。

指小形の καρδούλα は小さなハートのほか、καρδούλα μου(愛しい人)のように親しみを込めた呼びかけにも使う。

心臓

循環器系の中心となる器官。全身に血液を送り出す。

  • ανακοπή καρδιάς(心停止)
  • μεταμόσχευση καρδιάς(心臓移植)
  • εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς(開心術)
  • γερή καρδιά(丈夫な心臓)
  • αδύναμη καρδιά(弱い心臓)
  • αθλητική καρδιά(スポーツ心臓。運動選手の肥大した心臓)
  • Σταμάτησε η καρδιά του.
  • 彼の心臓が止まった(=亡くなった)。
  • His heart stopped.
  • Το στρες και το κάπνισμα κάνουν κακό στην καρδιά.
  • ストレスと喫煙は心臓に悪い。
  • Stress and smoking are bad for the heart.

ハート

心臓の形を模した、恋愛や愛着の象徴としてのハート。

  • Χάραξαν μια καρδιά με τα ονόματά τους στο δέντρο.
  • 彼らは木に自分たちの名前を入れたハートを彫った。
  • They carved a heart with their names on the tree.

心、性質

人間の感情や性格としての「心」。

  • τα μυστικά της καρδιάς(心の秘密)
  • καλή καρδιά(善良な心)
  • χρυσή καρδιά(黄金の心。非常に素晴らしい心)
  • σκληρή καρδιά(冷酷な心)
  • ανοιχτή καρδιά(開放的な心)
  • μεγάλη καρδιά(寛大な心)
  • ευαίσθητη καρδιά(繊細な心)
  • Άνθρωπος χωρίς καρδιά.
  • 心のない人(=冷酷な人)。
  • A person without a heart.
  • Η καρδιά μου πάει να σπάσει.
  • 心が張り裂けそうだ。
  • My heart is about to break.
  • Άκου την καρδιά σου!
  • 自分の心に従え!
  • Listen to your heart!

意欲、勇気

物事に取り組む意欲や勇気。

  • Χρειάζεται καρδιά για να τα βγάλει πέρα.
  • やり抜くには勇気が必要だ。
  • It takes heart to pull through.
  • Το κάνω με την καρδιά μου!
  • 喜んでそうします!
  • I do it wholeheartedly!
  • Με τι καρδιά να την αφήσω μόνη της;
  • どんな気持ちで彼女を一人にできるだろうか。
  • How could I have the heart to leave her alone?

中心、核心

場所、時期、事象の真ん中や重要な部分。

  • στην καρδιά της πόλης(街の中心部に)
  • η καρδιά του καρπουζιού(スイカの芯)
  • η καρδιά του μαρουλιού(レタスの芯)
  • Μείνε στην καρδιά του προβλήματος.
  • 問題の核心にとどまれ。
  • Stay at the heart of the problem.

成句・表現

  • από καρδιάς
  • 心から、誠実に
  • from the heart, sincerely
  • βάζω το χέρι στην καρδιά
  • 胸に手を当てる(直訳:心に手を置く)
  • to put one’s hand on one’s heart (to speak honestly)
  • η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο
  • 心臓がバクバクする(直訳:心臓が太鼓のように鳴る)
  • my heart is pounding like a drum
  • καρδιά μου / καρδούλα μου
  • 愛しい人(親しみを込めた呼びかけ)
  • my heart / my dear
  • πήγε η καρδιά μου στη θέση της
  • ほっとした、安心した(直訳:心が元の位置に戻った)
  • my heart went back to its place (I felt relieved)
  • με βαριά καρδιά
  • 重い気持ちで、しぶしぶ(直訳:重い心で)
  • with a heavy heart
  • ελαφρά τη καρδία
  • 軽い気持ちで、軽率に(直訳:軽い心で)
  • lightheartedly, carelessly
  • τον πρόδωσε η καρδιά του
  • 心臓が彼を裏切った(=心不全で急死した)
  • his heart betrayed him (he died of heart failure)

関連項目

同じ分類 [身体・健康] の単語

同じ分類 [感情] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語