🙏

崇拝、礼拝、熱愛

TODO

基本情報

ギリシャ語

λατρεία

読み方

ラトゥリア・ラトゥリーア

ラテン文字表記

latreia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 神への崇拝、敬虔
  2. 礼拝の儀式
  3. 熱愛、心酔
  4. 最愛の人、物

英語訳

worship, adoration

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の λατρεία(神への奉仕)に由来。動詞 λατρεύω(神に仕える)に抽象名詞を作る -εία が付いた形。

英語の接尾辞 -latry(〜崇拝)はギリシャ語の合成語末 -λατρία から。idolatry(偶像崇拝)、bibliolatry(書物崇拝)などに残る。ギリシャ語でも -λατρία は合成語を作り、ειδωλολατρία(偶像崇拝)、φυσιολατρία(自然崇拝)などがある。関連語に αγάπη(愛)。

神への崇拝、敬虔

神に対する愛や献身、敬虔な心。

  • η λατρεία στον ένα και μοναδικό Θεό(唯一神への崇拝)
  • η λατρεία των θεών του Ολύμπου(オリュンポスの神々への崇拝)
  • η λατρεία των προγόνων(先祖崇拝)
  • η λατρεία των ηρώων(英雄崇拝)
  • Ο ναός είναι τόπος λατρείας.
  • 神殿は礼拝の場である。
  • The temple is a place of worship.

礼拝の儀式

神への敬虔さを表現するための言葉や行為、儀礼を指すのにも使われる。

  • η τελετουργία της χριστιανικής λατρείας(キリスト教礼拝の儀式)

熱愛、心酔

人、物、精神活動などに対する、並外れて深い愛や執着を指すのにも使われる。

  • η λατρεία του χρήματος(拝金主義)
  • η λατρεία του κέρδους(利益への執着)
  • Την κοιτάζει με λατρεία.
  • 彼はうっとりとした表情で彼女を見つめる。
  • He looks at her with adoration.
  • Ηθοποιοί, ποδοσφαιριστές, πολιτικοί γίνονται συχνά αντικείμενο λατρείας.
  • 俳優やサッカー選手、政治家はしばしば崇拝の対象となる。
  • Actors, footballers, and politicians often become objects of worship.
  • Είναι μεγάλη η λατρεία του για τη μουσική.
  • 彼は音楽をこよなく愛している。
  • He has a great passion for music.

最愛の人、物

並外れた愛を注ぐ対象そのものを指すこともある。主に人に対して使われる。

  • Γιατί, λατρεία μου, με στενοχωρείς;
  • ねえ、あなた、どうして私を悲しませるの?
  • Why, my love, do you upset me?
  • Ο κινηματογράφος είναι η μεγάλη λατρεία της.
  • 映画は彼女が最も愛してやまないものである。
  • Cinema is her great passion.

関連項目

同じ分類 [信仰・神話] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語