📷

写真、写真撮影、写真術

TODO

基本情報

ギリシャ語

φωτογραφία

読み方

フォトグラフィア・フォトグラフィーア

ラテン文字表記

fotografia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 写真
  2. 写真撮影、写真術

英語訳

photograph, photography

語源・派生・関連語

フランス語 photographie(写真術、写真)からの翻訳借用(μεταφραστικό δάνειο)として現代ギリシャ語に入った学術借用(λόγιο διαχρονικό δάνειο)。フランス語 photographie 自体は 1839 年にイギリスの天文学者ジョン・ハーシェル卿が古代ギリシャ語の素材で造語した近代の合成語で、φως(光、属格 φωτός)の語幹 φωτο- と -γραφία(〜を記すこと、← γράφω「書く、描く」)からなる。文字どおり「光で記す術」を意味する。

すなわち、ギリシャ語の素材で外国の科学者が造った国際語が、再びギリシャ語に戻ってきた αντιδάνειο の側面も併せ持つ。同じ造語パターンに ατμόσφαιρα(大気、← ἀτμός「蒸気」+ σφαῖρα「球」、17 世紀イギリスで造語), τηλέφωνο(電話、← τῆλε「遠くで」+ φωνή「声」, 19 世紀の造語)など、近代の国際科学用語の典型例。

源にある古代の φως は印欧祖語の「光、輝き」を表す語根に由来し、英語 photo, photon, photosphere, photosynthesis, phosphorus(リン、← φώσφορος「光を運ぶ者」), phosphate などの近代の物理・化学・生物学の中核語彙の語幹となっている。-γραφία(書くこと)も同様に印欧祖語の「刻む、書く」を表す語根に由来し、英語 -graphy(地理学 geography, 写本術 calligraphy など), graph, grapheme と同源で、書記法・記録法の語幹として広く使われる。

派生・関連語族として φωτογραφικός(写真の、形容詞), φωτογραφίζω(写真を撮る、動詞), φωτογράφος(写真家、カメラマン), φωτογραφική μηχανή(カメラ), φωτογραφείο(写真スタジオ), ξεφωτογραφίζω(モデルを写真撮影する、口語), φωτορεπορτάζ(フォトジャーナリズム)。類義語に εικόνα(画像、絵), στιγμιότυπο(スナップショット、瞬間の記録), πορτρέτο(肖像、ポートレート), είδωλο(像、偶像)。日常で「写真を撮る」を表す動詞は βγάζω/παίρνω/τραβώ φωτογραφίες(写真を撮る)の三つの言い回しが並んで使われる。

写真

人物、物、風景などを撮影して残した写真を指す最も基本的な意味。紙焼き写真にもデジタル画像にも使え、用途や被写体を添えて細かく言い分ける。

  • ασπρόμαυρη φωτογραφία(白黒写真)
  • διαφημιστική φωτογραφία(広告写真)
  • έγχρωμη φωτογραφία(カラー写真)
  • καλλιτεχνική φωτογραφία(芸術写真)
  • στιγμιαία φωτογραφία(スナップ写真)
  • υποβρύχια φωτογραφία(水中写真)
  • ψηφιακή φωτογραφία(デジタル写真)
  • φωτογραφία διαβατηρίου(パスポート写真)
  • φωτογραφία ταυτότητας(身分証写真、証明写真)
  • φωτογραφίες βάπτισης(洗礼式の写真)
  • φωτογραφίες γάμου(結婚式の写真)
  • φωτογραφίες μόδας(ファッション写真)
  • φωτογραφίες από δορυφόρο(衛星写真)
  • φωτογραφίες από μικροσκόπιο(顕微鏡写真)
  • φωτογραφίες από τηλεσκόπιο(望遠鏡写真)
  • χαρτί φωτογραφίας(写真用紙)
  • άλμπουμ φωτογραφιών(写真アルバム)
  • αρχείο φωτογραφιών(写真アーカイブ)
  • γκαλερί φωτογραφιών(フォトギャラリー)
  • εκτυπωτής φωτογραφιών(フォトプリンター)
  • συλλογή φωτογραφιών(写真コレクション)
  • βγάζω φωτογραφίες(写真を撮る)
  • παίρνω φωτογραφίες(写真を撮る)
  • τραβώ φωτογραφίες(写真を撮る)
  • φωτογραφία με το κινητό(スマホで撮った写真)
  • Απαγορεύεται η αναπαραγωγή, αντιγραφή ή δημοσίευση των φωτογραφιών.
  • 写真の複製、コピー、または掲載は禁止されている。
  • Reproduction, copying, or publication of the photographs is prohibited.
  • Κατέβαζε αισθησιακές φωτογραφίες από το διαδίκτυο.
  • 彼はインターネットから官能的な写真をダウンロードしていた。
  • He was downloading sensual photographs from the internet.

写真撮影、写真術

ややまれに、写真を撮る方法や技術、あるいは写真という表現分野そのものも φωτογραφία で表す。とくに分野名、学習、展示、コンテストのような文脈で現れやすい。

  • αρχαιολογική φωτογραφία(考古写真)
  • αρχιτεκτονική φωτογραφία(建築写真)
  • βιομηχανική φωτογραφία(工業写真)
  • διαγωνισμός φωτογραφίας(写真コンテスト)
  • έκθεση φωτογραφίας(写真展)
  • μαθήματα φωτογραφίας(写真講座、写真教室)
  • σχολή φωτογραφίας(写真学校)

成句・表現

  • βγαίνω φωτογραφία
  • 写真に写る、写真を撮られる
  • to be photographed; to appear in a photo
  • μια εικόνα / μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις
  • 「百聞は一見にしかず」「一枚の写真は千の言葉に値する」
  • A picture is worth a thousand words.

関連項目

同じ分類 [情報・メディア] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語