📷

写真、写真撮影、写真術

TODO

基本情報

ギリシャ語

φωτογραφία

読み方

フォトグラフィア・フォトグラフィーア

ラテン文字表記

fotografia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 写真
  2. 写真撮影、写真術

英語訳

photograph, photography

語源・派生・関連語

語源

φωτογραφία は、近代にフランス語 photographie と英語 photograph / photography を受けて現代ギリシャ語に定着した語である。語の組み立て自体は φως(光)に連なる φωτο-(光)と -γραφία(記すこと、描き出すこと)によってできており、西欧語で広まった形がギリシャ語にも戻ってきた。

近い語

είδωλο(像、偶像、神像)も「像」を表すが、こちらは光学的な像や偶像まで広く言える語である。φωτογραφία は、人や物や場所をカメラなどで記録した写真を指す点が中心になる。

意味

主な意味は「写真」。人物、物体、場所などをカメラで撮って残した一枚や、その写真データ、写真作品を指す。まれに、そうした像を写し取る方法や技術、あるいは写真という表現分野そのものも表す。

写真

人物、物、風景などを撮影して残した写真を指す最も基本的な意味。紙焼き写真にもデジタル画像にも使え、用途や被写体を添えて細かく言い分ける。

  • ασπρόμαυρη φωτογραφία(白黒写真)
  • διαφημιστική φωτογραφία(広告写真)
  • έγχρωμη φωτογραφία(カラー写真)
  • καλλιτεχνική φωτογραφία(芸術写真)
  • στιγμιαία φωτογραφία(スナップ写真)
  • υποβρύχια φωτογραφία(水中写真)
  • ψηφιακή φωτογραφία(デジタル写真)
  • φωτογραφία διαβατηρίου(パスポート写真)
  • φωτογραφία ταυτότητας(身分証写真、証明写真)
  • φωτογραφίες βάπτισης(洗礼式の写真)
  • φωτογραφίες γάμου(結婚式の写真)
  • φωτογραφίες μόδας(ファッション写真)
  • φωτογραφίες από δορυφόρο(衛星写真)
  • φωτογραφίες από μικροσκόπιο(顕微鏡写真)
  • φωτογραφίες από τηλεσκόπιο(望遠鏡写真)
  • χαρτί φωτογραφίας(写真用紙)
  • άλμπουμ φωτογραφιών(写真アルバム)
  • αρχείο φωτογραφιών(写真アーカイブ)
  • γκαλερί φωτογραφιών(フォトギャラリー)
  • εκτυπωτής φωτογραφιών(フォトプリンター)
  • συλλογή φωτογραφιών(写真コレクション)
  • βγάζω φωτογραφίες(写真を撮る)
  • παίρνω φωτογραφίες(写真を撮る)
  • τραβώ φωτογραφίες(写真を撮る)
  • φωτογραφία με το κινητό(スマホで撮った写真)
  • Απαγορεύεται η αναπαραγωγή, αντιγραφή ή δημοσίευση των φωτογραφιών.
  • 写真の複製、コピー、または掲載は禁止されている。
  • Reproduction, copying, or publication of the photographs is prohibited.
  • Κατέβαζε αισθησιακές φωτογραφίες από το διαδίκτυο.
  • 彼はインターネットから官能的な写真をダウンロードしていた。
  • He was downloading sensual photographs from the internet.

写真撮影、写真術

ややまれに、写真を撮る方法や技術、あるいは写真という表現分野そのものも φωτογραφία で表す。とくに分野名、学習、展示、コンテストのような文脈で現れやすい。

  • αρχαιολογική φωτογραφία(考古写真)
  • αρχιτεκτονική φωτογραφία(建築写真)
  • βιομηχανική φωτογραφία(工業写真)
  • διαγωνισμός φωτογραφίας(写真コンテスト)
  • έκθεση φωτογραφίας(写真展)
  • μαθήματα φωτογραφίας(写真講座、写真教室)
  • σχολή φωτογραφίας(写真学校)

成句・表現

  • βγαίνω φωτογραφία
  • 写真に写る、写真を撮られる
  • to be photographed; to appear in a photo
  • μια εικόνα / μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις
  • 「百聞は一見にしかず」「一枚の写真は千の言葉に値する」
  • A picture is worth a thousand words.

関連項目

同じ分類 [情報・メディア] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語