🩺

疾病、病気、病弊

TODO

基本情報

ギリシャ語

ασθένεια

読み方

アスセニア・アスセーニア・アステニア・アステーニア

ラテン文字表記

astheneia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 疾病、病気
  2. 動植物の病気
  3. 社会的、精神的な病弊

英語訳

illness, disease

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ἀσθένεια(弱さ、病気)に由来。ἀσθενής(弱い、病気の)に -εια を付けた抽象名詞で、さらに ἀ-(否定)と σθένος(力、強さ)にさかのぼる。もとは「力がないこと」を表す語。σθένος は Δημοσθένης(デモステネス)、Ἐρατοσθένης(エラトステネス)のようなギリシャ人名にも含まれる語根。

類義語に αρρώστια(病気、病)、νόσος(疾病、病)、νόσημα(疾患)、πάθηση(病変)など。

英語 asthenia(無力症)は古代ギリシャ語 ἀσθένεια からそのまま入った医学用語。σθένος を含む英語の医学用語には myasthenia(筋無力症)、neurasthenia(神経衰弱)、psychasthenia(精神衰弱)、asthenosphere(岩流圏)などがあり、いずれも ἀ- + σθένος の組み合わせをもとにしている。

疾病、病気

人の病気を、説明的・医学的・制度的な文脈で言うときの基本語。病名そのものだけでなく、診断、経過観察、病気休暇のような周辺の表現にも広く入る。

  • ανίατη ασθένεια(不治の病)
  • γενετική ασθένεια(遺伝性疾患)
  • διανοητική ασθένεια(精神機能に関わる病気)
  • εκφυλιστική ασθένεια(変性疾患)
  • θανατηφόρα ασθένεια(致死性の病気)
  • ιάσιμη ασθένεια(治る病気)
  • κληρονομική ασθένεια(遺伝病)
  • μεταδοτική ασθένεια(伝染病)
  • μολυσματική ασθένεια(感染症)
  • νεοπλασματική ασθένεια(腫瘍性疾患)
  • πολυπαραγοντική ασθένεια(多因子疾患)
  • χρόνια ασθένεια(慢性疾患)
  • ιογενείς ασθένειες(ウイルス性疾患)
  • ασθένεια του αναπνευστικού(呼吸器の病気)
  • ανακούφιση μιας ασθένειας(病気の軽減)
  • διάγνωση μιας ασθένειας(病気の診断)
  • εξέλιξη μιας ασθένειας(病気の進行)
  • κρούσματα μιας ασθένειας(病気の症例)
  • παρακολούθηση μιας ασθένειας(病気の経過観察)
  • πρόληψη μιας ασθένειας(病気の予防)
  • συμπτώματα μιας ασθένειας(病気の症状)
  • φάρμακο κατά της ασθένειας(病気に対する薬)
  • άδεια ασθενείας(病気休暇)
  • βιβλιάριο ασθενείας(健康保険手帳)
  • επίδομα ασθενείας(傷病手当)
  • παροχές ασθενείας(傷病給付)
  • φορείς ασθενειών(病原体の保有者)
  • Η ασθένεια εκδηλώθηκε.
  • 病気が発症した。
  • The disease manifested itself.
  • Η ασθένεια εξαπλώθηκε.
  • 病気が広がった。
  • The disease spread.

動植物の病気

獣医学や農業では、動物や植物の病気も ασθένεια で表す。学術的・分類的な説明で使いやすい語である。

  • παρασιτική ασθένεια(寄生性疾患)
  • ασθένεια των δέντρων(樹木の病気)
  • ασθένεια του φυλλώματος(葉の病気)
  • ασθένεια του αμπελιού(ブドウの木の病気)
  • ασθένειες καλλωπιστικών φυτών(観賞植物の病気)
  • μυκητολογικές ασθένειες λαχανικών(野菜の菌類病)

社会的、精神的な病弊

比喩的に、社会や精神のあり方にひそむ深いゆがみや病弊を指す。

  • κοινωνική ασθένεια(社会の病)
  • πνευματική ασθένεια(精神的な病弊)

成句・表現

  • διπλωματική ασθένεια
  • 仮病。嫌な状況を避けるために病気を口実にすること(直訳:外交的な病気)
  • diplomatic illness; feigned sickness
  • επαγγελματική ασθένεια / νόσος
  • 職業病(直訳:職業上の病気)
  • occupational disease
  • παιδική ασθένεια / αρρώστια
  • ①小児疾患 ②比喩的に未熟さや経験不足から来る欠点。しばしば皮肉(直訳:子どもの病気)
  • childhood illness; childish flaw
  • ασθένεια / νόσος του ύπνου
  • 睡眠病(直訳:眠りの病気)
  • sleeping sickness
  • ασθένεια / νόσος των τρελών αγελάδων
  • 狂牛病(直訳:狂った牛たちの病気)
  • mad cow disease

関連項目

同じ分類 [身体・健康] の単語

同じ分類 [問題・課題] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語