📍

管理、指揮、部局、方向、住所

TODO

基本情報

ギリシャ語

διεύθυνση

読み方

ディエフシンシ・ディエーフシンシ・ディエフティンシ・ディエーフティンシ

ラテン文字表記

diefthinsi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 管理、指揮
  2. 管理部門、局、課
  3. 方向、向き
  4. 操舵装置
  5. 住所、宛先

英語訳

management, direction, department, steering, address

語源・派生・関連語

動詞 διευθύνω(管理する、指揮する、方向づける)に、動作や結果を表す名詞語尾 -ση が付いて作られた語。

διευθύνω は古代ギリシャ語 διευθύνω(まっすぐにする、導く、管理する)に由来。接頭辞 δια- と εὐθύνω(まっすぐにする、正す)からなる構成である。εὐθύνω は εὐθύς(まっすぐな、直接の)と同じ語族で、ευθεία(直線、まっすぐに)にも関連。

「管理、指揮」や「方向」の意味は、フランス語 direction からの意味借用によって整えられた。また「住所、宛先」の意味は、フランス語 adresse からの意味借用で定着したもの。

関連語に διευθυντής(管理者、校長、取締役、指揮者)、διευθύντρια(女性の管理者、女性指揮者)、διευθυντικός(管理の、指導的な)、κατεύθυνση(方向)、προσανατολισμός(方位、見当)などがある。

管理、指揮

  • διεύθυνση επιχείρησης(企業の管理、経営)
  • ανέλαβε τη διεύθυνση του τμήματος(部門の管理を引き受けた)
  • υπό τη διεύθυνση του Δ. Μητρόπουλου(D. ミトロプーロスの指揮で)
  • διεύθυνση χορωδίας(合唱団の指揮)
  • Η διεύθυνση μιας μεγάλης επιχείρησης απαιτεί γνώσεις και ικανότητες.
  • 大企業の経営には知識と能力が必要だ。
  • The management of a large enterprise requires knowledge and ability.

管理部門、局、課

  • Διεύθυνση Μέσης Εκπαίδευσης(中等教育局)
  • Γενική Διεύθυνση Αστυνομίας(警察総局)
  • Διεύθυνση Δασών(森林局)
  • Διεύθυνση Γεωργίας(農業局)
  • απευθύνθηκα στη διεύθυνση(管理部門に申し出た)
  • γραφείο της διεύθυνσης(管理部門の事務室)
  • Είναι υπάλληλος στη Διεύθυνση Γεωργίας.
  • 彼は農業局の職員だ。
  • He is an employee at the Directorate of Agriculture.

方向、向き

  • διεύθυνση του ανέμου(風向)
  • διεύθυνση φωτεινών ακτίνων(光線の方向)
  • προς όλες τις διευθύνσεις(あらゆる方向へ、各方面へ)
  • διεύθυνση της δύναμης(力の向き)
  • Η είδηση διαδόθηκε προς όλες τις διευθύνσεις.
  • その知らせは各方面へ広まった。
  • The news spread in all directions.

操舵装置

  • σύστημα διεύθυνσης(操舵装置、ステアリング系統)
  • σύστημα διεύθυνσης αυτοκινήτου(自動車の操舵装置)
  • βλάβη στο σύστημα διεύθυνσης(操舵装置の故障)
  • υδραυλική διεύθυνση(油圧式ステアリング)
  • Το αυτοκίνητο έχει πρόβλημα στο σύστημα διεύθυνσης.
  • 車の操舵装置に問題がある。
  • The car has a problem with its steering system.

住所、宛先

  • ακριβής διεύθυνση(正確な住所)
  • καινούρια διεύθυνση(新しい住所)
  • αλλαγή διεύθυνσης(住所変更)
  • γράφω τη διεύθυνση στον φάκελο(封筒に宛先を書く)
  • Δώσε μου την καινούρια σου διεύθυνση.
  • 新しい住所を教えて。
  • Give me your new address.
  • Άλλαξα διεύθυνση.
  • 住所を変えた。
  • I changed my address.

関連項目

同じ分類 [空間] の単語

同じ分類 [乗り物] の単語

同じ分類 [仕事] の単語

同じ分類 [書類] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語