💧

湿気、湿度、水分

TODO

基本情報

ギリシャ語

υγρασία

読み方

イグラシア・イグラシーア

ラテン文字表記

ygrasia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 湿気、湿度
  2. 水分、湿り気

英語訳

humidity, moisture

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ὑγρασία(湿り気)に由来。形容詞 ὑγρός(湿った、液状の → υγρός)に抽象名詞を作る -ασία を付けた形。

同じ語根の語に υγραίνω(湿らせる)、υγροποίηση(液化)、υγροσκοπικός(吸湿性の)。対義語は ξηρασία(乾燥)。

英語 hygrometer(湿度計)、hygroscopic(吸湿性の)、hygrograph(湿度記録計)は古代ギリシャ語 ὑγρός をもとにした学術造語で、同じ語源につながる。

湿気、湿度

空気や環境の中にどれだけ水分が含まれているか、またその湿っぽさを言う。

  • απόλυτη υγρασία(絶対湿度)
  • σχετική υγρασία(相対湿度)
  • υψηλή υγρασία(高い湿度)
  • υγρασία στην ατμόσφαιρα(大気中の湿気)
  • υγρασία του εδάφους(土壌水分)
  • Η περιοχή έχει μεγάλη υγρασία.
  • その地域は湿気が多い。
  • The area has high humidity.
  • Η υγρασία σού τρυπάει το κόκαλο.
  • 湿気が骨にしみるようだ。
  • The dampness goes right through you.

水分、湿り気

部屋や壁、肌などに残る湿り気や、水分がにじむ状態も言う。

  • το δωμάτιο έχει υγρασία(部屋が湿っぽい)
  • έβγαλε υγρασία ο τοίχος(壁が湿気をふいた)
  • προσφέρει υγρασία στο δέρμα(肌にうるおいを与える)
  • Ο τοίχος έβγαλε υγρασία μετά τη βροχή.
  • 雨のあとで壁に湿気がにじんだ。
  • The wall developed dampness after the rain.

関連項目

同じ分類 [天気] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語