
気候変動
TODO
基本情報
ギリシャ語
κλιματική αλλαγή
読み方
クリマティキ アライ・クリマティキー アライー・クリマティキ アラギ・クリマティキー アラギー
ラテン文字表記
klimatiki allagi
変化パターン
TODO
日本語訳
- 気候変動
英語訳
climate change
語源・派生・関連語
κλιματικός(気候の)の女性形 κλιματική と αλλαγή(変化、変更)からなる連語。英語 climate change をなぞった翻訳借用で、日本語の「気候変動」にあたる。
広い意味では、氷期などに見られるような、地球の κλιματικό σύστημα(気候システム)に起こる大規模で長期的な変化を指す。現在の文脈では、ふつう πλανήτης(惑星、地球)の υπερθέρμανση(温暖化)によって引き起こされる ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή(人為的気候変動)を指すことが多い。
関連表現に αέρια του θερμοκηπίου(温室効果ガス)、μείωση των εκπομπών(排出量の削減)、ρύποι της ατμόσφαιρας(大気汚染物質)、μακροπρόθεσμη επίπτωση(長期的影響)などがある。近い領域の語には καιρός(天気、天候)、κλίμα(気候)、περιβάλλον(環境)などがある。
気候変動
- Η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είναι σημαντική για την κλιματική αλλαγή.
- 温室効果ガスの排出削減は気候変動にとって重要だ。
- Reducing greenhouse gas emissions is important for climate change.
関連項目
同じ分類 [社会] の単語
- 奮闘、闘い、試合(αγώνας)
- 変化、変更、取り替え、交換(αλλαγή)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 人間の、人間らしい、人道的な(ανθρώπινος)
- 決定、決心、判決(απόφαση)
- 保険、社会保険(ασφάλιση)
- 王、君主、バシレウス(βασιλεύς)
- 王、国王(βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の(βασιλικός)
- 女王、王妃(βασίλισσα)
- 助け、助力(βοήθεια)
- 議会、国会議事堂、意志、決意(βουλή)
- 世代、一族、ジェネレーション(γενιά)
- 創造、創作品、天地創造、被造世界(δημιουργία)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 公の、公共の、国立の(δημόσιος)
- 国際的な、国際の(διεθνής)
- 権利、権限、資格(δικαίωμα)
- 奴隷制度、隷属、地役権(δουλεία)
- 本部、議席、本拠地、座席、面(έδρα)
- 民族の、国家の、国民の(εθνικός)
- 民族、国民(έθνος)
- 平和、講和(ειρήνη)
- 施し、喜捨(ελεημοσύνη)
- 自由、独立(ελευθερία)
- ギリシャの、ギリシャ語の(ελληνικός)
- 結合、連合、化合物(ένωση)
- 会社、団体(εταιρεία)
- 会社、団体(εταιρία)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割(θέση)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級(ιεραρχία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム(καθυστέρηση)
- 規則、規範、ルール(κανόνας)
- 椅子、役職、権力の座(καρέκλα)
- 蜂起、クーデター、社会運動(κίνημα)
- 気候、雰囲気、風潮(κλίμα)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念(κοινή λογική)
- 共通の、共同の、共有の、普通の(κοινός)
- 共同体、コミュニティ(κοινότητα)
- 社会、交わり、共同生活(κοινωνία)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい(κοινωνικός)
- 庶民、民草(κοσμάκης)
- 世界、宇宙、人々(κόσμος)
- 国家、国家権力(κράτος)
- 円、周期、一連の活動、人の輪(κύκλος)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市(λαϊκός)
- 国民、民族、民衆、庶民(λαός)
- 自由、独立(λευτεριά)
- 質量、かたまり、大衆(μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の(μαζικός)
- 証人、目撃者、殉教者(μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- 構成員、手足、旋律、メロディ(μέλος)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- 生物、有機体、機関(οργανισμός)
- 世界の、全世界の、万有の(παγκόσμιος)
- 祖国、故郷(πατρίδα)
- 戦争、闘争、紛争(πόλεμος)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者(πολίτης)
- 売春、性的な不品行、色欲(πορνεία)
- 物、もの、こと、件、事態(πράγμα)
- 核、中心、果実の種、原子核(πυρήνας)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 旗、国旗、象徴(σημαία)
- 奴隷の身分、隷属、拘束(σκλαβιά)
- 円卓会議、円卓討論(στρογγυλή τράπεζα)
- 衝突、対立、紛争、葛藤(σύγκρουση)
- 意識、自覚、良心(συνείδηση)
- 切開、切断、断面、交点、転換(τομή)
- テーブル、食事、交渉の席(τραπέζι)
- 義務、責務、負債(υποχρέωση)
- 友人、親愛なる、友好的な(φίλος)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
同じ分類 [地学] の単語
同じ分類 [天気] の単語
- 風(αγέρας)
- そよ風(αεράκι)
- 空気、風(αέρας)
- 晴天(αιθρία)
- 砂嵐(αμμοθύελλα)
- 風雨、雨まじりの強風(ανεμόβροχο)
- 風(άνεμος)
- つむじ風、竜巻、激しい混乱(ανεμοστρόβιλος)
- 開いている、開けた、営業している、未解決の、社交的な(ανοικτός)
- 開いている、開けた、営業している、未解決の、社交的な(ανοιχτός)
- 稲妻、雷光、電光石火のもの(αστραπή)
- 雷鳴、轟音(βροντή)
- 雨(βροχή)
- 猛暑、小春日和(γαϊδουροκαλόκαιρο)
- 太陽、日差し、晴天、ヒマワリ、ヘリウム(ήλιος)
- 暴風雨、激しい騒ぎ(θύελλα)
- 天気、天候、時間、時代、好機(καιρός)
- 雷雨、嵐、激しい騒乱(καταιγίδα)
- 猛暑、熱波(καύσωνας)
- 雷、落雷、雷撃、青天の霹靂のようなもの(κεραυνός)
- 青天の霹靂(κεραυνός εν αιθρία)
- 気候、雰囲気、風潮(κλίμα)
- 気候の(κλιματικός)
- サイクロン、低気圧性暴風域(κυκλώνας)
- 流星、流れ星、大気中の自然現象(μετέωρο)
- 凪、海の穏やかな天気(μπουνάτσα)
- 豪雨、土砂降り(νεροποντή)
- 雲塊、雲の群れ、雲状のかたまり(νέφος)
- 無風、凪(νηνεμία)
- 乾いた、乾燥した、ナッツ類、辛口の(ξηρός)
- 霧、もや、視界のぼやけ(ομίχλη)
- 虹(ουράνιο τόξο)
- 空、天王星、天、天国、天井(ουρανός)
- 厳しい寒さ、霜、凍てつき(παγωνιά)
- ペトリコール、雨のあとの土の匂い(πετριχώρ)
- ペトリコール、雨のあとの土の匂い(πετριχώρας)
- ペトリコール、雨のあとの土の匂い(πετριχώρος)
- 突風、一斉射撃(ριπή)
- つむじ風、水上の竜巻、猛烈な人や出来事(σίφουνας)
- 雲、雲状のもの、不吉な影(σύννεφο)
- 台風、猛烈な嵐(τυφώνας)
- 湿気、湿度、水分(υγρασία)
- 液体の、液状の、濡れた、湿った、液体(υγρός)
- 雪、雪のような白さ・冷たさ、テレビの砂嵐(χιόνι)
- 冷たい、冷淡な、冷静な(ψυχρός)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社(αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水(ανθρακούχο νερό)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム(αντηλιακή κρέμα)
- 重力(βαρυτική δύναμη)
- 重力場(βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光(βόρειο σέλας)
- ゆで卵(βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード(δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路(εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー(ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯(ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機(ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード(ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流(ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波(ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系(ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石(ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂(κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ(κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸(κιτρικό οξύ)
- 空調機器、エアコン(κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念(κοινή λογική)
- 共用スペース(κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット(κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭(κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市(λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭(λειρί του κόκορα)
- 白魔術(λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子(μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 黒魔術(μαύρη μαγεία)
- ブラックホール(μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター(μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草(μη με λησμόνει)
- ドライアイス(ξηρός πάγος)
- デンタルフロス(οδοντική κλωστή)
- 虹(ουράνιο τόξο)
- クレジットカード(πιστωτική κάρτα)
- 食洗機(πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機(πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔(πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔(πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急(πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー(πυρηνική ενέργεια)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位(σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論(στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号(ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー(τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト(τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー(τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ(φακοί επαφής)
- 体育(φυσική αγωγή)
- 自然災害(φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ(χρυσή τομή)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
連語
天気
自然
社会