
青空市、定期市
TODO
基本情報
ギリシャ語
λαϊκή αγορά
読み方
ライキ アゴラ・ライキ アゴラー
ラテン文字表記
laiki agora
変化パターン
TODO
日本語訳
- 青空市、定期市
英語訳
street market, open-air market
語源・派生・関連語
λαϊκός(民衆の、庶民的な)の女性形 λαϊκή と αγορά(市場)からなる連語。
λαϊκή αγορά は、定期的に開かれる屋外市場。野菜や果物などの商品が、生産者や販売者から手頃な価格で提供される。口語では αγορά を省き、単に η λαϊκή とも呼ぶ。
類義語には παζάρι(市場、バザール)など。関連語には υπαίθρια αγορά(屋外市場)、υπαίθριο εμπόριο(屋外商業)、πωλητής λαϊκής αγοράς(青空市の販売者)などがある。
青空市、定期市
- λαϊκή αγορά(青空市、定期市)
- λαϊκές αγορές(青空市、定期市の複数形)
- πωλητής λαϊκής αγοράς(青空市の販売者)
- προϊόντα στη λαϊκή(青空市の商品)
- πάω στη λαϊκή(青空市へ行く)
- Κάθε Παρασκευή έχει λαϊκή αγορά στη γειτονιά.
- 毎週金曜日に近所で青空市が立つ。
- There is a street market in the neighborhood every Friday.
関連項目
同じ分類 [食べ物] の単語
- 卵 (αβγό)
- キュウリ、厄介事、間の抜けた人 (αγγούρι)
- 塩(えん)、塩類 (άλας)
- 塩、食塩 (αλάτι)
- 小麦粉、粉 (αλεύρι)
- 塩辛い、しょっぱい、高くつく (αλμυρός)
- アーモンド (αμύγδαλο)
- ディル (άνηθος)
- グリーンピース、えんどう豆 (αρακάς)
- 塩辛い、しょっぱい、高くつく (αρμυρός)
- 小さな子羊、乳飲み仔羊、仔羊肉 (αρνάκι)
- 子羊、羊肉、ラム肉 (αρνί)
- パン、聖体 (άρτος)
- 卵 (αυγό)
- ナシ、梨、洋梨 (αχλάδι)
- ナシ、梨、和梨 (αχλαδόμηλο)
- バニラ、バニラ・サブマリン (βανίλια)
- 牛肉 (βοδινό)
- 牛の、牛肉の、牛肉 (βοδινός)
- バター (βούτυρο)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- サワーチェリー、サワーチェリーのシロップ煮 (βύσσινο)
- 大食、美食への執着、暴食 (γαστριμαργία)
- アンチョビ、シデノキ (γαύρος)
- 食事、食事の席、会食 (γεύμα)
- 味覚、味、風味、印象 (γεύση)
- ヨーグルト (γιαούρτι)
- 菓子、甘いもの、デザート (γλυκό)
- サツマイモ (γλυκοπατάτα)
- リコリス、甘草 (γλυκόριζα)
- リコリス、甘草 (γλυκόρριζα)
- 甘い、塩気のない、おいしい、心地よい、優しい (γλυκός)
- 月桂樹、ローリエ (δάφνη)
- ローズマリー (δενδρολίβανο)
- ローズマリー (δεντρολίβανο)
- 歯、歯のような突起、にんにくの1片 (δόντι)
- スペアミント (δυόσμος)
- 野菜 (ζαρζαβατικό)
- 砂糖、甘いもの (ζάχαρη)
- パスタ、麺類 (ζυμαρικά)
- タイム (θυμάρι)
- シナモン (κανέλα)
- ニンジン、誘因、掘削コア (καρότο)
- スイカ、西瓜 (καρπούζι)
- クルミ、胡桃、喉仏 (καρύδι)
- ナッツ、クルミ (κάρυο)
- カシューナッツ、カシューナッツの木 (κάσιους)
- 栗、クリ (κάστανο)
- ヤギ、雌ヤギ、ヤギ肉、ヤギ料理 (κατσίκα)
- サクランボ色の、サクランボ風味の (κερασένιος)
- サクランボ、桜桃 (κεράσι)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- オンドリ、雄鶏 (κόκορας)
- ズッキーニ、瓜、かぼちゃ類 (κολοκύθι)
- ニワトリ、鶏、鶏肉 (κοτόπουλο)
- 台所、キッチン、コンロ、料理、料理法 (κουζίνα)
- フクロウ、ダコス (κουκουβάγια)
- ウサギ、兎、ウサギ肉、ウサギ料理 (κουνέλι)
- 肉、肉体 (κρέας)
- クリーム (κρέμα)
- タマネギ、玉ねぎ、玉葱 (κρεμμύδι)
- クロッカス、サフラン、卵の黄身 (κρόκος)
- クミン (κύμινο)
- 野ウサギ、ウサギ肉、臆病者 (λαγός)
- 油、オイル、油絵 (λάδι)
- 暴食、大食、むさぼるような欲 (λαιμαργία)
- 野菜 (λαχανικό)
- キャベツ (λάχανο)
- 酵母、発酵の種、元手 (μαγιά)
- パセリ (μαϊδανός)
- パセリ (μαϊντανός)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- キノコ (μανιτάρι)
- レタス (μαρούλι)
- メゼ、おつまみ、ほんのひと口、朝飯前の相手 (μεζές)
- 蜂蜜、ハチミツ (μέλι)
- ナス、ナスビ (μελιτζάνα)
- リンゴ、林檎 (μήλο)
- 子牛、子牛肉、仔牛革 (μοσχάρι)
- バナナ、バナナ味のもの、バナナボート、ウエストポーチ、バナナプラグ、バナナシニヨン (μπανάνα)
- トマト (ντομάτα)
- 乾いた、乾燥した、ナッツ類、辛口の (ξηρός)
- 酸味、すっぱい後味、クエン酸 (ξινό)
- 酸っぱい、すえた、気難しい (ξινός)
- メカジキ、ソードフィッシュ (ξιφίας)
- アイスクリーム (παγωτό)
- アヒル、カモ、しびん (πάπια)
- じゃがいも、ポテト (πατάτα)
- メロン (πεπόνι)
- マス、トラウト (πέστροφα)
- 皿、ひと皿、料理、皿形のもの (πιάτο)
- 苦い、つらい、辛辣な (πικρός)
- コショウ、胡椒 (πιπέρι)
- ピーマン、パプリカ、トウガラシ (πιπεριά)
- フォーク (πιρούνι)
- オレガノ (ρίγανη)
- モモ、桃 (ροδάκινο)
- ざくろ、ザクロ (ρόδι)
- 米、ライス、稲 (ρύζι)
- サラダ、和えもの (σαλάτα)
- ソース (σάλτσα)
- イワシ、サーディン、階級章、袖章 (σαρδέλα)
- ニンニク (σκόρδο)
- チョコレート、チョコレート飲料、チョコレート味の菓子、アイス (σοκολάτα)
- サケ、サーモン (σολομός)
- スープ (σούπα)
- ブドウ、葡萄 (σταφύλι)
- いちじく (σύκο)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- アクセント、トーン、トン、マグロ (τόνος)
- ケーキ (τούρτα)
- テーブル、食事、交渉の席 (τραπέζι)
- 三角形、三角形のもの、トライアングル (τρίγωνο)
- チーズ (τυρί)
- 食べ物、料理、食事 (φαγητό)
- 食べ物、食事 (φαΐ)
- 房、一切れ (φελί)
- 一切れ、薄切り、フェタチーズ (φέτα)
- 房、一切れ (φιλί)
- ピスタチオ、ピーナッツ (φιστίκι)
- ヘーゼルナッツ (φουντούκι)
- オーブン、かまど、パン屋、工業炉 (φούρνος)
- イチゴ、苺、イチゴ系のブドウ品種 (φράουλα)
- 果物、変わり者、妙な代物 (φρούτο)
- ピスタチオ、ピーナッツ (φυστίκι)
- ガチョウ、ガン、ガチョウ料理 (χήνα)
- 青々とした、未熟な、生の (χλωρός)
- 豚肉 (χοιρινό)
- 豚の、豚肉の、豚肉 (χοιρινός)
- 野菜、野草 (χορταρικό)
- タコ、荷締め用ゴムひも、排気マニホールド (χταπόδι)
- コーン、三角袋、アサガオ、朝顔 (χωνάκι)
- 魚、騙されやすい人、新兵、無口な人 (ψάρι)
- パン、生計、生活の糧 (ψωμί)
同じ分類 [施設・建物] の単語
- 空港 (αεροδρόμιο)
- 開いている、開けた、営業している、未解決の、社交的な (ανοικτός)
- 開いている、開けた、営業している、未解決の、社交的な (ανοιχτός)
- 中庭、庭、校庭 (αυλή)
- 橋、橋渡し (γέφυρα)
- 廊下、滑走路 (διάδρομος)
- 道、道路、道のり、方法、競走 (δρόμος)
- 部屋、客室、病室 (δωμάτιο)
- 教会、聖堂、教会組織、教派 (εκκλησία)
- バルコニー、張り出し (εξώστης)
- 演劇、公演、劇作品、劇場 (θέατρο)
- 桟敷席、ボックス席、貴賓席 (θεωρείο)
- 聖域、神殿、至聖所 (ιερό)
- カフェ、茶色い、茶色の、茶色 (καφέ)
- 中心、拠点、施設、中枢、センター (κέντρο)
- 建物、ビル (κτίριο)
- 港、港湾 (λιμάνι)
- 店、商店、娯楽店、商売、商店街 (μαγαζί)
- 正教会の管区、大聖堂、母都市 (μητρόπολη)
- 修道院 (μοναστήρι)
- 博物館、ミュージアム (μουσείο)
- 神殿、聖堂、教会堂 (ναός)
- 病院 (νοσοκομείο)
- ホテル (ξενοδοχείο)
- ベンチ、腰掛け (παγκάκι)
- 窓、ウィンドウ、機会 (παράθυρο)
- 花壇 (παρτέρι)
- 井戸 (πηγάδι)
- プール、プールの水 (πισίνα)
- 広場、平土間 (πλατεία)
- 扉、ドア、門、入り口 (πόρτα)
- 時計、時計台、メーター、アサガオ (ρολόι)
- 噴水 (σιντριβάνι)
- 舞台、場面、テント (σκηνή)
- 家、住居、所帯 (σπίτι)
- 駅、停留所、ステーション (σταθμός)
- 列柱廊、アーケード (στοά)
- 学校、校舎、学校教育、全校、学びの場 (σχολείο)
- 墓、埋葬場所 (τάφος)
- 郵便局、郵便 (ταχυδρομείο)
- オーブン、かまど、パン屋、工業炉 (φούρνος)
- 空間、場所、スペース、分野 (χώρος)
同じ分類 [経済] の単語
- 市場、購買、アゴラ (αγορά)
- 塩辛い、しょっぱい、高くつく (αλμυρός)
- 価値、重要性、価値観、価格 (αξία)
- 塩辛い、しょっぱい、高くつく (αρμυρός)
- 財産、富、資産 (βιο)
- 財産、富、資産 (βιος)
- ガゼル、しなやかな美女、急成長企業 (γαζέλα)
- ガゼル、しなやかな美女、急成長企業 (γκαζέλα)
- 指針、指示棒、人差し指、指数、添字 (δείκτης)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 貿易、商業、取引 (εμπόριο)
- 帽子、帽子状のかさ部、上乗せ料金 (καπέλο)
- 利益、儲け、得 (κέρδος)
- 共用の、共益費 (κοινόχρηστος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい (κοινωνικός)
- 回路、ネットワーク (κύκλωμα)
- 分、セント、角分 (λεπτό)
- 勘定、口座、請求書、計算 (λογαριασμός)
- 店、商店、娯楽店、商売、商店街 (μαγαζί)
- 給料、賃金、報酬 (μισθός)
- 信仰、確信、信頼、信用、貞節 (πίστη)
- 信用供与、掛け売り、予算枠、貸方 (πίστωση)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 信用の、クレジットの、貸方の (πιστωτικός)
- 支払う、代金や請求を払う、買収する、代償を払う、報いる、仕返しする (πληρώνω)
- 傾向、電圧、張り (τάση)
- 終わり、終点、終焉、料金 (τέλος)
- 名誉、敬意、値段、料金 (τιμή)
- 銀行、食卓、テーブル、テーブルさん座 (τράπεζα)
- 金銭欲、拝金、強欲 (φιλαργυρία)
- 税、税金、課税、貢ぎ (φόρος)
- 金、お金、通貨、貨幣、富 (χρήμα)
- 金、富 (χρυσάφι)
- 金、金製の、金色の (χρυσός)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
経済
施設・建物
食べ物