
マスメディア、報道媒体
TODO
基本情報
ギリシャ語
μέσο μαζικής ενημέρωσης
読み方
メソ マジキス エニメロシス・メーソ マジキース エニメーロシス
ラテン文字表記
meso mazikis enimerosis
変化パターン
TODO
日本語訳
- マスメディア、報道媒体
英語訳
mass medium, mass media
語源・派生・関連語
μέσο(手段、媒体)の単数形 μέσο、μαζικός(大衆的な、大量の)の女性属格 μαζικής、ενημέρωση(情報提供、報道)の属格 ενημέρωσης からなる連語。英語 mass medium / mass media に対応し、日本語の「マスメディア」にあたる。
単数形 μέσο μαζικής ενημέρωσης は「一つのマスメディア、報道媒体」を指す。総称として「マスメディア」を言うときは、ふつう複数形 μέσα μαζικής ενημέρωσης が使われる。略語は ΜΜΕ。
代表的な μέσα μαζικής ενημέρωσης には τηλεόραση(テレビ)、ραδιόφωνο(ラジオ)、εφημερίδα(新聞)などがある。社会・法律の文脈では ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης(報道機関の自由)、ατομικά δικαιώματα(個人の権利)、ιδιωτική ζωή(私生活)、τιμή(名誉)、αξιοπρέπεια(尊厳)、κοινή γνώμη(世論)などの語と並ぶ。
マスメディア、報道媒体
- μέσο μαζικής ενημέρωσης(マスメディア、報道媒体)
- μέσα μαζικής ενημέρωσης(マスメディア)
- ΜΜΕ(マスメディア、略語)
- τηλεόραση, ραδιόφωνο και εφημερίδα(テレビ、ラジオ、新聞)
- ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης(報道機関の自由)
- επιρροή στην κοινή γνώμη(世論への影響)
- Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επηρέασαν την κοινή γνώμη.
- マスメディアは世論に影響を与えた。
- The mass media influenced public opinion.
関連項目
同じ分類 [社会] の単語
- 奮闘、闘い、試合 (αγώνας)
- 変化、変更、取り替え、交換 (αλλαγή)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 人間の、人間らしい、人道的な (ανθρώπινος)
- 決定、決心、判決 (απόφαση)
- 保険、社会保険 (ασφάλιση)
- 王、君主、バシレウス (βασιλεύς)
- 王、国王 (βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の (βασιλικός)
- 女王、王妃 (βασίλισσα)
- 助け、助力 (βοήθεια)
- 議会、国会議事堂、意志、決意 (βουλή)
- 世代、一族、ジェネレーション (γενιά)
- 創造、創作品、天地創造、被造世界 (δημιουργία)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 公の、公共の、国立の (δημόσιος)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 権利、権限、資格 (δικαίωμα)
- 奴隷制度、隷属、地役権 (δουλεία)
- 本部、議席、本拠地、座席、面 (έδρα)
- 民族の、国家の、国民の (εθνικός)
- 民族、国民 (έθνος)
- 平和、講和 (ειρήνη)
- 施し、喜捨 (ελεημοσύνη)
- 自由、独立 (ελευθερία)
- ギリシャの、ギリシャ語の (ελληνικός)
- 結合、連合、化合物 (ένωση)
- 会社、団体 (εταιρεία)
- 会社、団体 (εταιρία)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割 (θέση)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級 (ιεραρχία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム (καθυστέρηση)
- 規則、規範、ルール (κανόνας)
- 椅子、役職、権力の座 (καρέκλα)
- 蜂起、クーデター、社会運動 (κίνημα)
- 気候、雰囲気、風潮 (κλίμα)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共通の、共同の、共有の、普通の (κοινός)
- 共同体、コミュニティ (κοινότητα)
- 社会、交わり、共同生活 (κοινωνία)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい (κοινωνικός)
- 庶民、民草 (κοσμάκης)
- 世界、宇宙、人々 (κόσμος)
- 国家、国家権力 (κράτος)
- 円、周期、一連の活動、人の輪 (κύκλος)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市 (λαϊκός)
- 国民、民族、民衆、庶民 (λαός)
- 自由、独立 (λευτεριά)
- 質量、かたまり、大衆 (μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の (μαζικός)
- 証人、目撃者、殉教者 (μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- 構成員、手足、旋律、メロディ (μέλος)
- 生物、有機体、機関 (οργανισμός)
- 世界の、全世界の、万有の (παγκόσμιος)
- 祖国、故郷 (πατρίδα)
- 戦争、闘争、紛争 (πόλεμος)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者 (πολίτης)
- 売春、性的な不品行、色欲 (πορνεία)
- 物、もの、こと、件、事態 (πράγμα)
- 核、中心、果実の種、原子核 (πυρήνας)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 旗、国旗、象徴 (σημαία)
- 奴隷の身分、隷属、拘束 (σκλαβιά)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 衝突、対立、紛争、葛藤 (σύγκρουση)
- 意識、自覚、良心 (συνείδηση)
- 切開、切断、断面、交点、転換 (τομή)
- テーブル、食事、交渉の席 (τραπέζι)
- 義務、責務、負債 (υποχρέωση)
- 友人、親愛なる、友好的な (φίλος)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
同じ分類 [情報・メディア] の単語
- パイプライン、管、導体、伝達者 (αγωγός)
- 暴露、発見、公開、啓示、黙示、露出 (αποκάλυψη)
- 記事、条文、関節 (άρθρο)
- 本、書物 (βιβλίο)
- 票、〜表、公報 (δελτίο)
- インターネット (διαδίκτυο)
- 円盤、レコード、ディスク (δίσκος)
- ニュース、知らせ、報道 (είδηση)
- 像、偶像、神像、アイドル (είδωλο)
- 情報提供、案内、更新 (ενημέρωση)
- 新聞、日刊紙 (εφημερίδα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- ケーブル、電線 (καλώδιο)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- 動く、可動の、携帯の (κινητός)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 回路、ネットワーク (κύκλωμα)
- 辞書、辞典、語彙集 (λεξικό)
- 大量の、大衆的な、質量の (μαζικός)
- 手段、媒体、中間、経由で (μέσο)
- メッセージ、伝言 (μήνυμα)
- ベース、低音 (μπάσο)
- 泉、水源、源、情報源、史料、泉門 (πηγή)
- プログラム、予定、番組 (πρόγραμμα)
- 電波 (ραδιοκύμα)
- ラジオ、ラジオ放送 (ραδιόφωνο)
- 映画館、映画 (σινεμά)
- 要素、成分、データ、元素、文字 (στοιχείο)
- 映画、フィルム、リボン、テープ、サナダムシ (ταινία)
- 郵便局、郵便 (ταχυδρομείο)
- 郵便の、郵便局の、郵便職員 (ταχυδρομικός)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- テレビ、テレビ放送 (τηλεόραση)
- 電話、電話機、電話番号 (τηλέφωνο)
- レンズ、カメラ、懐中電灯 (φακός)
- 写真、写真撮影、写真術 (φωτογραφία)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
情報・メディア
社会