⛲

泉、水源、源、情報源、史料、泉門

TODO

基本情報

ギリシャ語

πηγή

読み方

ピイ・ピイー・ピギ・ピギー

ラテン文字表記

pigi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 泉、水源
  2. 源、由来、原因
  3. 発生源、供給源、光源
  4. 電流の出る電極(物理)
  5. 泉門
  6. 情報源、内部筋(主に複数形)
  7. 史料、資料(主に複数形)

英語訳

spring, source, information source, historical source, fontanelle

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の πηγή(泉, 湧き出る場所)に由来。現代の「光源」「情報源」「史料」などの用法はフランス語 source からの意味借用で整った。解剖学の「泉門」はフランス語 fontanelle に対応する用法。

派生に πηγαίος(もとからの, 自然に湧き出る), πηγάδι(井戸), πηγούλα(小さな泉)。合成に θερμοπηγή(温泉), θειοπηγή(硫黄泉), πετρελαιοπηγή(油井)。学術の文脈では複数形 πηγές が βιβλιογραφία(参考文献)と近い。

泉、水源

地面の割れ目や開口部から水が湧き出る場所、またその湧き水そのものを指す。

  • παράκτιες πηγές(沿岸の泉、水源)
  • υπόγειες πηγές(地下水源)
  • υποθαλάσσιες πηγές(海底湧水)
  • φυσικές πηγές(天然の泉)
  • πηγές υδροδότησης(給水源)
  • οι πηγές ενός ποταμού(川の源流、川の水源)
  • νερό από την πηγή(泉の水)
  • γάργαρη πηγή(さらさら流れる泉)
  • δροσερή πηγή(冷たい泉、涼やかな泉)
  • κρυστάλλινη πηγή(澄んだ泉)
  • ιαματική πηγή(療養泉、温泉)
  • μεταλλική πηγή(鉱泉)
  • Στέρεψε η πηγή.
  • 泉が枯れた。
  • The spring dried up.

源、由来、原因

そこから何かが生じるもの、何かを生み出すもとを広く指す。人の能力や感情の源、栄養源、問題の原因まで言える。

  • πηγή γνώσεων(知識の源)
  • πηγή δημιουργίας(創造の源)
  • πηγή χιούμορ(ユーモアの源)
  • πηγή άγχους(不安の原因)
  • πηγή ανησυχίας(心配の種)
  • πηγή έμπνευσης(着想の源)
  • πηγή εσόδων(収入源)
  • πηγή ζωής(命の源)
  • πηγή κέρδους(利益源)
  • πηγή πληροφόρησης(情報の出どころ)
  • πηγή ρύπανσης(汚染源)
  • πηγή χρηματοδότησης(資金源)
  • πηγή βιταμινών(ビタミン源)
  • Είναι μια ανεξάντλητη πηγή γνώσεων.
  • 彼は尽きることのない知識の泉だ。
  • He is an inexhaustible source of knowledge.
  • Τα φρούτα είναι σημαντική πηγή βιταμινών.
  • 果物は重要なビタミン源だ。
  • Fruit is an important source of vitamins.

発生源、供給源、光源

物理や技術の文脈では、光、音、熱、放射線、電流のようなものを生み出す元を指す。装置や媒体を言うことも多い。

  • πηγή πετρελαίου(石油資源、石油の産出源)
  • ηλεκτρική πηγή(電源。発電機や電池)
  • ραδιενεργή πηγή(放射線源)
  • φυσική φωτεινή πηγή(自然光源)
  • τεχνητή φωτεινή πηγή(人工光源)
  • πηγή φωτός(光源)
  • αναλογική πηγή ήχου(アナログ音源)
  • ψηφιακή πηγή ήχου(デジタル音源)
  • πηγή ακτινοβολίας(放射線源)
  • πηγή θερμότητας(熱源)
  • πηγή θορύβου(騒音源)
  • πηγή ρεύματος(電流源)

電流の出る電極(物理)

物理では、電流がそこから流れ出る側の電極を指す。

泉門

解剖学では、赤ん坊の頭で、頭蓋骨の骨どうしがまだ完全にはつながっていないやわらかい部分を指す。

  • πρόσθια πηγή(前泉門)
  • οπίσθια πηγή(後泉門)

情報源、内部筋

主に複数形 πηγές で、継続的に情報を与える人や、その出どころを指す。報道や外交の文脈で非常によく使う。

  • ανώνυμες πηγές(匿名筋)
  • αξιόπιστες πηγές(信頼できる情報源)
  • διπλωματικές πηγές(外交筋)
  • έγκυρες πηγές(確かな情報源)
  • ενημερωμένες πηγές(事情に通じた筋)
  • επίσημες πηγές(公式筋)
  • κυβερνητικές πηγές(政府筋)
  • καλά πληροφορημένες πηγές(事情通の筋)
  • Δεν αποκαλύπτει την πηγή του.
  • 彼は情報源を明かさない。
  • He does not reveal his source.
  • Σύμφωνα με απόρρητη πηγή …
  • 秘密の情報源によれば……
  • According to a confidential source …

史料、資料

主に複数形 πηγές で、歴史的事実を直接伝える史料や、研究のために参照する資料全般を指す。

  • αρχαίες πηγές(古代史料)
  • βυζαντινές πηγές(ビザンツ時代の史料)
  • βιβλιογραφικές πηγές(文献資料)
  • διαδικτυακές πηγές(オンライン資料)
  • έντυπες πηγές(印刷資料)
  • ηλεκτρονικές πηγές(電子資料)
  • λογοτεχνικές πηγές(文学資料)
  • πρωτογενείς πηγές(一次資料)
  • δευτερογενείς πηγές(二次資料)
  • οι πηγές της ιστορίας(歴史の史料)
  • γραπτές και προφορικές πηγές(文書資料と口頭資料)
  • ανάλυση των πηγών(史料分析)
  • έλεγχος των πηγών(史料批判、資料の検証)
  • κριτική των πηγών(史料批判)
  • παράθεση πηγών(出典提示)
  • αποσπάσματα από πηγές(史料からの抜粋)
  • πρόσβαση στις πηγές(資料へのアクセス)
  • ανατρέχω στις πηγές(史料にあたる)
  • βασίζομαι στις πηγές(資料に基づく)

成句・表現

  • γλώσσα-πηγή / γλώσσα-στόχος
  • 翻訳でいう原文言語と訳出先言語(直訳:源の言語/目標の言語)
  • source language / target language
  • έφτασε στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό
  • 成功寸前まで行きながら最後で逃すこと(直訳:泉まで来たが水を飲まなかった)
  • to come close and still miss out at the last moment
  • η πηγή του κακού / η ρίζα του κακού
  • 悪の根源(直訳:悪の源/悪の根)
  • the root of evil

関連項目

同じ分類 [情報・メディア] の単語

同じ分類 [水] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語