
電流
TODO
基本情報
ギリシャ語
ηλεκτρικό ρεύμα
読み方
イレクトゥリコ レヴマ・イレクトゥリコー レーヴマ
ラテン文字表記
ilektriko revma
変化パターン
TODO
日本語訳
- 電流
英語訳
electric current
語源・派生・関連語
形容詞 ηλεκτρικός(電気の)の中性形 ηλεκτρικό と ρεύμα(流れ、電流)からなる連語。フランス語 courant électrique、英語 electric current からの翻訳借用として近代に定着した。
電位差により導体内の電子が方向性をもって流れる現象を指す。物理学・工学の基本概念。日常では単に ρεύμα と短縮して言うことが多い。
電流
- ένταση ηλεκτρικού ρεύματος(電流の強さ)
- συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα(直流)
- εναλλασσόμενο ηλεκτρικό ρεύμα(交流)
- αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος(電流の導体)
- Το ηλεκτρικό ρεύμα μετριέται σε αμπέρ.
- 電流はアンペアで測られる。
- Electric current is measured in amperes.
関連項目
同じ分類 [物理] の単語
- 教育、訴訟、治療、伝導 (αγωγή)
- パイプライン、管、導体、伝達者 (αγωγός)
- 気体、ガス (αέριο)
- 反応、反作用、反動 (αντίδραση)
- 大気、気圧、雰囲気、情緒 (ατμόσφαιρα)
- 個人、人物、原子 (άτομο)
- 重力、重み、重大さ (βαρύτητα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- 重力の (βαρυτικός)
- 発電機、ジェネレーター (γεννήτρια)
- 分裂、分割、分解 (διάσπαση)
- 力、能力、勢力 (δύναμη)
- 像、偶像、神像、アイドル (είδωλο)
- 引力、引きつけ (έλξη)
- エネルギー、活力 (ενέργεια)
- 接触、コンタクト、つながり (επαφή)
- 加速、促進 (επιτάχυνση)
- 電気の (ηλεκτρικός)
- 電気、電気現象 (ηλεκτρισμός)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 電磁気の、電磁の (ηλεκτρομαγνητικός)
- 音、響き (ήχος)
- 熱、熱量、温度、温かみ、情熱 (θερμότητα)
- 悲しみ、憂鬱、圧縮 (θλίψη)
- 均衡、平衡、バランス (ισορροπία)
- モーター、エンジン (κινητήρας)
- 回路、ネットワーク (κύκλωμα)
- 質量、かたまり、大衆 (μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の (μαζικός)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- 穴(学術、技術) (οπή)
- 世界の、全世界の、万有の (παγκόσμιος)
- 場、領域、フィールド (πεδίο)
- 泉、水源、源、情報源、史料、泉門 (πηγή)
- 圧力、プレッシャー、血圧 (πίεση)
- 核、中心、果実の種、原子核 (πυρήνας)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核の、原子力の、核兵器の (πυρηνικός)
- 電波 (ραδιοκύμα)
- 流れ、電流、潮流 (ρεύμα)
- 粒子、微粒子 (σωματίδιο)
- 傾向、電圧、張り (τάση)
- 摩擦、経験、衝突 (τριβή)
- 軌道、軌跡、鉄道のレール (τροχιά)
- レンズ、カメラ、懐中電灯 (φακός)
- 自然の、物理の、物理学者 (φυσικός)
- 光、明かり (φως)
同じ分類 [工学] の単語
- パイプライン、管、導体、伝達者 (αγωγός)
- 発火、引火、点火、勃発 (ανάφλεξη)
- 自然発火 (αυτανάφλεξη)
- 発電機、ジェネレーター (γεννήτρια)
- 橋、橋渡し (γέφυρα)
- 道具、工具 (εργαλείο)
- 電気の (ηλεκτρικός)
- 電気、電気現象 (ηλεκτρισμός)
- 電磁気の、電磁の (ηλεκτρομαγνητικός)
- 太陽の (ηλιακός)
- ケーブル、電線 (καλώδιο)
- 建設、構造物、装置 (κατασκευή)
- 燃焼性の、燃料 (καύσιμος)
- モーター、エンジン (κινητήρας)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 空調の、エアコン (κλιματιστικός)
- 建築学、建築工学の一分野 (κτιριολογία)
- 回路、ネットワーク (κύκλωμα)
- 機械、エンジン (μηχανή)
- 機械、装置 (μηχάνημα)
- 穴(学術、技術) (οπή)
- オウム、物まねする人、ウォーターポンププライヤー、車載クレーン (παπαγάλος)
- サンダル、ペダル、支持部 (πέδιλο)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核の、原子力の、核兵器の (πυρηνικός)
- 起爆する、誘発する、点火する (πυροδοτώ)
- 流れ、電流、潮流 (ρεύμα)
- システム、体系、体制 (σύστημα)
- 計画、設計、図面 (σχέδιο)
- 傾向、電圧、張り (τάση)
- 技術の、専門技術の、技術者 (τεχνικός)
- 切開、切断、断面、交点、転換 (τομή)
- 材料、素材、資料 (υλικό)
- オーブン、かまど、パン屋、工業炉 (φούρνος)
- ブレーキ、急ブレーキの音 (φρένο)
- タコ、荷締め用ゴムひも、排気マニホールド (χταπόδι)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
物理
工学