⚡

電気、電気現象

TODO

基本情報

ギリシャ語

ηλεκτρισμός

読み方

イレクトゥリズモス・イレクトゥリズモース

ラテン文字表記

ilektrismos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 電気、電気現象
  2. 電荷の一般名
  3. 電気現象を扱う物理学の分野

英語訳

electricity

語源・派生・関連語

フランス語 électricité または英語 electricity からの借用。ギリシャ語では、フランス語 -ité、英語 -ity に対応する名詞語尾として -ισμός が使われ、ηλεκτρισμός の形になった。

électricité / electricity は新ラテン語 electricitas に由来。ラテン語 electrum(琥珀)を経て、古代ギリシャ語の ἤλεκτρον(琥珀)に遡る。

琥珀をこすると軽いものを引きつける性質がある。その観察から、電気をめぐる語彙が作られた。

関連語に ήλεκτρο(琥珀、エレクトラム)、κεχριμπάρι(琥珀)、ηλεκτρικός(電気の)、ηλεκτρο-(電気〜)、ηλεκτρόνιο(電子)など。

物理の文脈では ενέργεια(エネルギー)、ρεύμα(電流)、ηλεκτρικό φορτίο(電荷)、ηλεκτρικά φαινόμενα(電気現象)などが挙げられる。

電気、電気現象

  • στατικός ηλεκτρισμός(静電気)
  • θετικός ηλεκτρισμός(正電気)
  • αρνητικός ηλεκτρισμός(負電気)
  • δυναμικός ηλεκτρισμός(動電気)
  • ατμοσφαιρικός ηλεκτρισμός(大気電気)
  • ζωικός ηλεκτρισμός(動物電気)
  • βιομηχανικές χρήσεις του ηλεκτρισμού(電気の産業利用)
  • πρακτικές εφαρμογές του ηλεκτρισμού(電気の実用)
  • Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού(ギリシャ電力公社)
  • Ο ηλεκτρισμός άλλαξε τη βιομηχανία.
  • 電気は産業を変えた。
  • Electricity changed industry.

電荷

  • ηλεκτρικό φορτίο(電荷)
  • θετικό φορτίο(正電荷)
  • αρνητικό φορτίο(負電荷)
  • αγωγή ηλεκτρισμού(電気伝導)
  • Το ηλεκτρικό φορτίο μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό.
  • 電荷は正にも負にもなりうる。
  • Electric charge can be positive or negative.

電気現象を扱う物理学の分野

  • κλάδος της φυσικής(物理学の一分野)
  • ηλεκτρικά φαινόμενα(電気現象)
  • μαγνητικά φαινόμενα(磁気現象)
  • Ο ηλεκτρισμός ασχολείται με τα ηλεκτρικά φαινόμενα.
  • 電気学は電気現象を扱う。
  • Electricity as a field deals with electrical phenomena.

関連項目

同じ分類 [物理] の単語

同じ分類 [工学] の単語

同じ品詞 [男性名詞] の単語