🛞

車輪、回転体、研磨機、グラインダー、刑具

TODO

基本情報

ギリシャ語

τροχός

読み方

トゥロホス・トゥロホース

ラテン文字表記

trochos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 車輪、回転体
  2. 研磨機、グラインダー
  3. 刑具

英語訳

wheel, grinder, torture wheel

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の τροχός(車輪、回転体)を継承。印欧祖語で「走る、引く」を表した語根の子孫で、動詞 τρέχω(走る)と同じ語根から出る。

派生語に τροχαλία(滑車)、τροχίσκος(小さな車輪、錠剤、円盤)、τροχαίος(交通の、交通関係の)。合成語に τροχιά(軌道、軌跡)、υδροτροχός(水車)、τροχοφόρος(車輪のついた、輪付きの乗り物)、τροχοπέδη(ブレーキ)。

車輪を言うもう一つの語に ρόδα(車輪)があり、τροχός は技術的な合成や比喩(歯車、ろくろ、運命の輪)で使う。英語 truck(もとは車輪付きの台車)、trochanter(解剖学の転子)はラテン語 trochus を経て τροχός と同じ語源に連なる。

車輪、回転体

中心を通る軸を中心に回転する円形の枠または円盤。

  • αριστερός τροχός(左車輪)
  • βοηθητικός τροχός(補助輪)
  • εξωτερικός τροχός(外輪)
  • κινητήριος τροχός(駆動輪)
  • μεταλλικός τροχός(金属製の車輪)
  • οι τροχοί του αεροσκάφους(航空機の車輪)
  • οι τροχοί της άμαξης(馬車の車輪)
  • ο μπροστινός τροχός του ποδηλάτου(自転車の前輪)
  • ο πίσω τροχός του ποδηλάτου(自転車の後輪)
  • εφεδρικός τροχός(スペアタイヤ)
  • όχημα με δύο τροχούς(二輪車)
  • όχημα με τέσσερις τροχούς(四輪車)
  • οι ακτίνες του τροχού(車輪のスポーク)
  • η διάμετρος του τροχού(車輪の直径)
  • η ολίσθηση του τροχού(車輪のスリップ)
  • η στεφάνη του τροχού(ホイールリム)
  • οι στροφές του τροχού(車輪の回転数)
  • οι θόλοι των τροχών του αυτοκινήτου(車のホイールハウス、タイヤハウス)
  • ο τροχός του λούνα παρκ(観覧車)
  • ο τροχός της ρουλέτας(ルーレットのホイール)
  • ο τροχός των χρωμάτων(色相環)
  • τροχός κύλισης του ποντικιού(マウスのスクロールホイール)
  • οδοντωτοί τροχοί(歯車)
  • ο τροχός της ζωής(人生の車輪、流転)
  • ο τροχός της ιστορίας(歴史の歯車)
  • Ο τροχός σταμάτησε να περιστρέφεται.
  • 車輪が回転を止めた。
  • The wheel stopped rotating.

研磨機、グラインダー

削ったり磨いたりするための道具を指す。

  • τροχός μανικιούρ-πεντικιούρ(マニキュア・ペディキュア用ネイルマシン)
  • γωνιακός τροχός κοπής(アングルグラインダー、切断機)
  • τροχός ακονίσματος(砥石、研ぎ機)
  • τροχός στίλβωσης(ポリッシャー、磨き機)
  • τροχός τριβής(摩擦車、研磨機)
  • λειαντικοί τροχοί(研削砥石)

刑具

歴史的に、罪人を縛り付けて回転させる拷問具を指す。古代や中世の文脈で見られる用法。

成句・表現

  • ανακαλύπτω τον τροχό
  • 既に知られていることを大発見のように言うこと。「車輪を再発明する」(直訳:車輪を発見する)
  • reinvent the wheel
  • θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός
  • いつか形勢が変わり、貧しい者も報われるということ(直訳:車輪が回れば、貧しい者も腹いっぱいになる)
  • fortunes will change, and even the poor will have enough
  • ο τελευταίος τροχός της αμάξης
  • 付け足しで、重要でない存在。「荷馬車の五番目の車輪」(直訳:荷馬車の最後の車輪)
  • the fifth wheel of the wagon
  • ρόδα είναι και γυρίζει / γυρίζει ο τροχός
  • 人生や運命には浮き沈みがあるということ(直訳:車輪は回る)
  • life goes in cycles

関連項目

同じ分類 [道具] の単語

同じ品詞 [男性名詞] の単語