🚌

バス

TODO

基本情報

ギリシャ語

λεωφορείο

読み方

レオフォリオ・レオフォリーオ

ラテン文字表記

leoforeio

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. バス

英語訳

bus

語源・派生・関連語

語源

λεωφορείο は、1863年にフランス語 omnibus(乗合馬車、乗合バス)の訳語として作られた語。古いアッティカ形 λεώς(民衆。現代の λαός(民衆、人々)にあたる)をもとにした λεω-(民衆を表す要素)と、φορείο(運ぶための乗り物、運搬具)を組み合わせてできた。

ふつうの λαός ではなく古い λεώς が選ばれたのは、同じ語源をもつ λεωφόρος(大通り、並木道)という語がすでに使われていたためで、語の響きをそろえる意図があったとされる。英語の bus も、同じ omnibus を短くした形にあたる。

近い乗り物

都市内の電線式バスを指す τρόλεϊ(トロリーバス)や、観光・長距離移動に使う πούλμαν(コーチ、観光バス)と比べると、λεωφορείο は市内路線、学校送迎、空港連絡、都市間移動まで含めて広く使える基本語である。

意味

主な意味は、多くの乗客を乗せて運ぶ大型の車両としての「バス」。市内バス、急行バス、スクールバス、連節バス、都市間バスまで広く言える。定期運行のバスを表すときは γραμμή(線、路線、回線、方針)との組み合わせ λεωφορείο της γραμμής(定期バス)がよく使われる。指小語の λεωφορειάκι(小型バス、ミニバス)も日常的に使われる。

バス

公共交通や送迎に使われる、多人数用の車両を指す。

  • αστικό λεωφορείο(市バス)
  • δημοτικό λεωφορείο(市営バス)
  • διώροφο λεωφορείο(二階建てバス)
  • εξπρές λεωφορείο(急行バス)
  • σχολικό λεωφορείο(スクールバス)
  • τουριστικό / εκδρομικό λεωφορείο(観光バス、観光用コーチ)
  • υπεραστικό λεωφορείο(長距離バス、都市間バス)
  • αρθρωτό λεωφορείο / λεωφορείο-φυσαρμόνικα(連節バス)
  • λεωφορείο της γραμμής(定期バス)
  • στάση λεωφορείου(バス停)
  • αφετηρία λεωφορείων(バスの始発所、バスターミナル)
  • δρομολόγια λεωφορείων(バスの運行便)
  • εισιτήριο λεωφορείου(バスの切符)
  • Ποιο λεωφορείο παίρνεις για το κέντρο;
  • 中心街へはどのバスに乗るの?
  • Which bus do you take to the center?
  • Το λεωφορείο καθυστέρησε και ήταν φίσκα.
  • バスは遅れて来て、しかもぎゅうぎゅうだった。
  • The bus was late and packed.
  • Έχασα το λεωφορείο και το περίμενα στη στάση.
  • バスに乗り遅れて、停留所で次を待った。
  • I missed the bus and waited for it at the stop.
  • Πηγαίνω στη δουλειά με το λεωφορείο.
  • 私はバスで通勤する。
  • I go to work by bus.

複合語

交通以外の文脈では、英語の space shuttle に対応する複合語 διαστημικό λεωφορείο(スペースシャトル、宇宙往還機)もある。乗員や貨物を宇宙空間へ運ぶ機体を指す言い方で、一般の λεωφορείο とは区別して使う。

  • διαστημικό λεωφορείο(スペースシャトル、宇宙往還機)

関連項目

同じ品詞 [中性名詞] の単語