💋

唇、縁、へり

TODO

基本情報

ギリシャ語

χείλος

読み方

ヒロス・ヒーロス

ラテン文字表記

cheilos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 唇
  2. 解剖学での縁、ふち
  3. 縁、へり、岸
  4. 唇弁(植物、まれ)

英語訳

lip, anatomical margin, rim, edge, brink, labellum

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の χεῖλος(唇、縁、くちばし、岸)に由来。さらなる起源は確かでない。日常的な同義語に χείλι(唇)がある。

派生語に χειλικός(唇の)、χειλορραφία(口唇縫合)、χειλοσχιστία(口唇裂)、音声学の χειλοδοντικός(唇歯音)、χειλοϋπερωικός(唇軟口蓋音)など、医学・音声学の用語を多く作る語根。

英語 cheilitis(口唇炎)、cheiloplasty(口唇形成術)、cheiloschisis(口唇裂)も同じ古代ギリシャ語 χεῖλος をもとにした語。

唇

口の上側または下側にある外縁の柔らかい部分を指す。単数形でも言えるが、実際の用法では複数形 χείλη がよく現れる。

  • διογκωμένο χείλος(腫れた唇)
  • σκισμένο χείλος(切れた唇)
  • αποτρίχωση άνω χείλους(上唇の脱毛)
  • σιελογόνοι αδένες του χείλους(唇の唾液腺)
  • έρπης των χειλέων(口唇ヘルペス)
  • κυάνωση χειλέων(唇のチアノーゼ)
  • πλαστική χειλέων(口唇形成術)
  • βαμμένα χείλη(口紅を塗った唇)
  • μισάνοιχτα χείλη(半開きの唇)
  • σαρκώδη χείλη(厚みのある唇)
  • χείλη για φίλημα(キスしたくなる唇)
  • Απλώνω κραγιόν στα χείλη.
  • 唇に口紅を塗る。
  • I apply lipstick to my lips.
  • Τη φίλησε στα χείλη.
  • 彼女の唇にキスした。
  • He kissed her on the lips.
  • Έσμιξαν τα χείλη τους.
  • 二人の唇が重なった。
  • Their lips met.
  • Διαβάζω τα χείλη.
  • 唇の動きを読んで相手の言葉を理解する。
  • I read lips.

解剖学での縁、ふち

解剖学では、体の自然な開口部や組織、切開部などの端にある縁を指す。口の唇から広がった専門的な使い方である。

  • το χείλος του βλεφάρου(まぶたの縁)
  • το χείλος του δωδεκαδακτύλου(十二指腸の縁)
  • το χείλος των ούλων(歯ぐきの縁)
  • τα χείλη της τομής(切開創の縁)
  • έξω χείλος του ποδιού(足の外縁)
  • έσω χείλος του ποδιού(足の内縁)
  • πρόσθιο χείλος της κνήμης(脛の前縁)

縁、へり、岸

比喩的に、地形やくぼんだ面、器の開口部などの端を指す。崖のへりや湖岸のような自然の縁にも、カップや壺の縁にも使える。

  • το χείλος της καλντέρας(カルデラの縁)
  • το χείλος του φαραγγιού(峡谷の縁)
  • το χείλος της χαράδρας(渓谷のへり)
  • το χείλος της λίμνης(湖の縁、湖畔)
  • το χείλος του ποταμού(川岸)
  • το χείλος του ρέματος(小川の縁)
  • το χείλος του βάζου(壺の縁)
  • το χείλος του φλιτζανιού(カップの縁)
  • Μοναστήρι χτισμένο στο χείλος της χαράδρας.
  • 渓谷のへりに建てられた修道院。
  • A monastery built on the edge of the ravine.

唇弁

植物学ではまれに、唇形花の花が二つに分かれた部分のそれぞれを指す。

成句・表現

  • άλαλα τα χείλη των ασεβών
  • あ然として言葉を失うこと。「不敬な者の唇は黙せよ」(直訳:不敬な者たちの唇は物言わぬ)
  • to be struck dumb
  • από τα χείλη / διά χειλέων κάποιου
  • 本人の口から、とくに当局者本人から(直訳:誰かの唇から/誰かの唇を通して)
  • from someone’s lips; from someone’s own mouth
  • στο χείλος του διαζυγίου / της κατάρρευσης / της εξαφάνισης
  • 離婚、崩壊、絶滅などの瀬戸際で(直訳:離婚、崩壊、絶滅の縁に)
  • on the brink of divorce, collapse, or extinction

関連項目

同じ分類 [身体・健康] の単語

同じ分類 [植物] の単語

同じ分類 [地形] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語