🌱

植物

TODO

基本情報

ギリシャ語

φυτό

読み方

フィト・フィトー

ラテン文字表記

fyto

変化パターン

中性-ο型2

日本語訳

  1. 植物
  2. ガリ勉、主体性のない人(比喩・蔑称)

英語訳

plant

語源・派生・関連語

動詞 φύω(生長させる, 生む)から派生した古代ギリシャ語の中性名詞 φυτόν(植えられたもの, 植物)を継承。語尾 -ν が脱落して現代ギリシャ語の φυτό の形になった。英語の接頭辞 phyto-(植物の〜, phytochemical など)も同じ φυτόν にさかのぼる。

派生に φυτεύω(植える), φυτικός(植物の), φυτάριο(苗木, 指小語), φυτούλι(小さな植物, 指小語), φυτώριο(苗床, 苗圃), φύτουκλας(ガリ勉, 増大語)。合成語に φυτολογία(植物学), φυτοπαθολογία(植物病理学), φυτοφάρμακο(農薬), φυτόπλαγκτον(植物プランクトン)。

植物

  • αειθαλές φυτό(常緑植物)
  • φυλλοβόλο φυτό(落葉植物)
  • ετήσιο φυτό(一年生植物)
  • πολυετές φυτό(多年生植物)
  • ποώδες φυτό(草本植物)
  • έρπον φυτό(ほふく性植物)
  • τροπικό φυτό(熱帯植物)
  • υδρόβιο φυτό(水生植物)
  • αναρριχώμενα φυτά(つる性植物)
  • σαρκοφάγα φυτά(食虫植物。σαρκοφάγος:肉食の)
  • ανώτερα φυτά(高等植物)
  • κατώτερα φυτά(下等植物)
  • ανθοκομικά φυτά(花卉植物)
  • αρωματικά φυτά(芳香植物、ハーブ)
  • διακοσμητικά φυτά(観賞用植物)
  • καλλωπιστικά φυτά(観賞用植物)
  • κτηνοτροφικά φυτά(飼料用植物。κτηνοτροφικός:畜産の)
  • μελισσοκομικά φυτά(蜜源植物。μελισσοκομικός:養蜂の)
  • ενεργειακά φυτά(エネルギー植物)
  • πράσινα φυτά(緑色植物)
  • ψεύτικα φυτά(人工植物)
  • φυτά εσωτερικού χώρου(室内植物)
  • το γένος ενός φυτού(植物の属)
  • το λουλούδι ενός φυτού(植物の花)
  • τα μέρη ενός φυτού(植物の部位)
  • οι σπόροι ενός φυτού(植物の種子)
  • εκχυλίσματα των φυτών(植物の抽出物)
  • αναπνοή των φυτών(植物の呼吸)
  • λίπανση των φυτών(植物の施肥)
  • φαρμακευτικές ιδιότητες των φυτών(植物の薬理特性)
  • φυσιολογία των φυτών(植物生理学)
  • βιοτεχνολογία φυτών(植物バイオテクノロジー)
  • γενετική βελτίωση φυτών(植物の品種改良)
  • σύνθεση φυτών σε καλάθι(カゴに寄せ植えされた植物)
  • έκθεση φυτών(植物展示会)
  • το φυτό αναπτύσσεται(植物が成長する)
  • το φυτό ανθίζει(植物が花を咲かせる)
  • το φυτό μαράθηκε(植物が枯れた)
  • το φυτό φύτρωσε(植物が芽を出した)
  • καλλιεργώ ένα φυτό(植物を栽培する)
  • κλαδεύω ένα φυτό(植物を剪定する)
  • μπολιάζω ένα φυτό(植物を接ぎ木する)
  • περιποιούμαι ένα φυτό(植物の手入れをする)
  • ποτίζω ένα φυτό(植物に水をやる)
  • ραντίζω ένα φυτό(植物に薬剤を散布する)
  • φυτεύω ένα φυτό(植物を植える)
  • ζώα και φυτά της περιοχής
  • その地域の動物と植物
  • animals and plants of the area

ガリ勉、主体性のない人

過度に勉強ばかりしている生徒や学生、あるいは批判的思考能力を欠いた人物を指すのにも使われる。類義語に σπασίκλας(ガリ勉、オタク)がある。

指小語、増大語

φυτάριο は苗木、φυτούλι は小さな植物を愛称的に指す指小語。φύτουκλας(男性形)/ φυτούκλα(女性形)と φύτουλας は「ガリ勉」の意味を強調して使う増大語。

関連項目

同じ分類 [植物] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語