⭐

星、星形、スター

TODO

基本情報

ギリシャ語

αστέρι

読み方

アステリ・アステーリ

ラテン文字表記

asteri

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 星形
  2. スター、逸材(比喩)

英語訳

star, star shape, celebrity

語源・派生・関連語

印欧祖語で「星」を表す語根にさかのぼる古代ギリシャ語 ἀστήρ(星)の指小形 ἀστέριον を経て, 中世ギリシャ語の ἀστέρι を継承。ラテン語 stella, 英語 star も同じ語族。

派生に αστερώνω(星で飾る), αστερωτός(星形の), αστεράτος(星に恵まれた), αστερισμός(星座)。合成語に αστεροειδής(星のような, 小惑星), πεφταστέρι(流れ星), ξαστεριά(晴れた星空), ξάστερος(晴れた, 星の出た)。

αστέρας は天文学や著名人の比喩に, άστρο は文学や詩の文脈に使われ, 日常では αστέρι を用いる。

夜空に小さな光の点として見える天体。

  • φωτεινό αστέρι(明るい星)
  • αστέρι που τρεμοπαίζει(またたく星)
  • βροχή αστεριών(流星群)
  • το αστέρι του Βορρά(北極星)
  • Κοιμήθηκα κάτω από τ’ αστέρια.
  • 星空の下で眠った。
  • I slept under the stars.
  • Ένα αστέρι πέφτει.
  • 流れ星が落ちる。
  • A shooting star falls.

星形

星の形を模した図形や記号。クッキーやアクセサリーなど物理的な星形の物には αστέρι が使われることが多く、宗教的シンボルには άστρο、格付けの星には αστέρας が好まれる。

  • χριστουγεννιάτικο αστέρι(クリスマスの星飾り)
  • μπισκότα σε σχήμα αστεριού(星形のクッキー)
  • κόσμημα σε σχήμα αστεριού(星形のアクセサリー)
  • αξιωματικός του στρατού με τρία ασημένια αστέρια στον ώμο
  • 肩に三つの銀星をつけた将校
  • an army officer with three silver stars on his shoulder

スター、逸材

特定の分野で卓越した才能を持ち、広く知られている人物を指すのにも使われる。

  • κινηματογραφικό αστέρι(映画スター)
  • ποδοσφαιρικό αστέρι(サッカースター)
  • ανερχόμενο αστέρι(期待の新星)
  • αστέρι στα μαθηματικά(数学の秀才)
  • Ένα αστέρι γεννιέται.
  • スターが生まれる。
  • A star is born.
  • Είσαι αστέρι, σε παραδέχομαι!
  • 君は最高だ、脱帽するよ!
  • You’re a star, I take my hat off to you!

指小語 αστεράκι

αστεράκι は αστέρι の指小語で、小さな星や可愛い星を指す。

成句・表現

  • αστέρι μου!
  • 愛しい人や子供への親愛の呼びかけ(直訳:私の星よ)
  • My star! (term of endearment)
  • βλέπω αστεράκια
  • 目を打って目の前がチカチカする。「目から星が出る」(直訳:小さな星が見える)
  • to see stars

関連項目

同じ分類 [天文] の単語

同じ分類 [宇宙] の単語

同じ分類 [人] の単語

同じ品詞 [中性名詞] の単語