
常識、社会通念
TODO
基本情報
ギリシャ語
κοινή λογική
読み方
キニロイキ・キニーロイキ・キニロギキ・キニーロギキ
ラテン文字表記
koini logiki
変化パターン
TODO
日本語訳
- 常識
- 社会通念
英語訳
common sense
語源・派生・関連語
形容詞 κοινός(共通の)の女性形 κοινή と λογική(論理)からなる連語。英語の common sense, フランス語の sens commun が「共通の感覚」と言うのに対し, ギリシャ語では「共通の論理」と組み合わせる。アリストテレスが五感を統合する能力として論じた κοινή αἴσθησις(共通感覚)はラテン語に sensus communis と訳されて, 西欧諸語の「感覚」系列の言い方のもとになった。
同義に κοινός νους(共通の知性)。近い語に γνώμη(意見), φρόνηση(分別, 思慮)。
常識
深く考えることなく、一般的な人々の経験や知識に基づいて自然にわかる判断力や感覚を指す。
- σύμφωνα με την κοινή λογική(常識に従えば、常識的に言えば)
- Η κοινή λογική λέει…
- 常識からすれば……だ(直訳:常識が言っている)
- Common sense says…
社会通念
ある社会や集団が共有する思考様式や慣習も κοινή λογική と呼ぶ。大多数が従う風習や規範がその社会の文化から生まれ、特定の生活様式として根づいたものを指す。
関連項目
同じ分類 [社会] の単語
- 奮闘、闘い、試合(αγώνας)
- 変化、変更、取り替え、交換(αλλαγή)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 人間の、人間らしい、人道的な(ανθρώπινος)
- 決定、決心、判決(απόφαση)
- 保険、社会保険(ασφάλιση)
- 王、君主、バシレウス(βασιλεύς)
- 王、国王(βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の(βασιλικός)
- 女王、王妃(βασίλισσα)
- 助け、助力(βοήθεια)
- 議会、国会議事堂、意志、決意(βουλή)
- 世代、一族、ジェネレーション(γενιά)
- 創造、創作品、天地創造、被造世界(δημιουργία)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 公の、公共の、国立の(δημόσιος)
- 国際的な、国際の(διεθνής)
- 権利、権限、資格(δικαίωμα)
- 奴隷制度、隷属、地役権(δουλεία)
- 本部、議席、本拠地、座席、面(έδρα)
- 民族の、国家の、国民の(εθνικός)
- 民族、国民(έθνος)
- 平和、講和(ειρήνη)
- 施し、喜捨(ελεημοσύνη)
- 自由、独立(ελευθερία)
- ギリシャの、ギリシャ語の(ελληνικός)
- 結合、連合、化合物(ένωση)
- 会社、団体(εταιρεία)
- 会社、団体(εταιρία)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割(θέση)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級(ιεραρχία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム(καθυστέρηση)
- 規則、規範、ルール(κανόνας)
- 椅子、役職、権力の座(καρέκλα)
- 蜂起、クーデター、社会運動(κίνημα)
- 気候、雰囲気、風潮(κλίμα)
- 気候変動(κλιματική αλλαγή)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 共通の、共同の、共有の、普通の(κοινός)
- 共同体、コミュニティ(κοινότητα)
- 社会、交わり、共同生活(κοινωνία)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい(κοινωνικός)
- 庶民、民草(κοσμάκης)
- 世界、宇宙、人々(κόσμος)
- 国家、国家権力(κράτος)
- 円、周期、一連の活動、人の輪(κύκλος)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市(λαϊκός)
- 国民、民族、民衆、庶民(λαός)
- 自由、独立(λευτεριά)
- 質量、かたまり、大衆(μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の(μαζικός)
- 証人、目撃者、殉教者(μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- 構成員、手足、旋律、メロディ(μέλος)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- 生物、有機体、機関(οργανισμός)
- 世界の、全世界の、万有の(παγκόσμιος)
- 祖国、故郷(πατρίδα)
- 戦争、闘争、紛争(πόλεμος)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者(πολίτης)
- 売春、性的な不品行、色欲(πορνεία)
- 物、もの、こと、件、事態(πράγμα)
- 核、中心、果実の種、原子核(πυρήνας)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 旗、国旗、象徴(σημαία)
- 奴隷の身分、隷属、拘束(σκλαβιά)
- 円卓会議、円卓討論(στρογγυλή τράπεζα)
- 衝突、対立、紛争、葛藤(σύγκρουση)
- 意識、自覚、良心(συνείδηση)
- 切開、切断、断面、交点、転換(τομή)
- テーブル、食事、交渉の席(τραπέζι)
- 義務、責務、負債(υποχρέωση)
- 友人、親愛なる、友好的な(φίλος)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
同じ分類 [論理] の単語
同じ分類 [哲学・思考] の単語
- 異端、異端派、異説、非主流派、選択、条件(αίρεση)
- 真実性、事実、現実(αλήθεια)
- 不真実、事実でないこと、嘘(αναλήθεια)
- 気づく、知覚する、理解する(αντιλαμβάνομαι)
- 価値、重要性、価値観、価格(αξία)
- 意見、見方、眺め(άποψη)
- 個人、人物、原子(άτομο)
- 意見、見解(γνώμη)
- 知識、認識、分別(γνώση)
- 瞑想、思考プロセス(διαλογισμός)
- 知性、知的創作物(法律)、天才、知の人(διάνοια)
- 像、偶像、神像、アイドル(είδωλο)
- 熱狂、熱意、神がかりの霊感(ενθουσιασμός)
- 秘教、内面性(εσωτερισμός)
- 聡明さ、高い知能、天才(ευφυΐα)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割(θέση)
- 理論、空論、学説(θεωρία)
- 考え、アイデア、観念(ιδέα)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級(ιεραρχία)
- 方向、進路、方針、傾向、専攻(κατεύθυνση)
- 頭、頭数、命、知性、先端部(κεφάλι)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 理性、論理、考え方、ロジック、論理学(λογική)
- 言葉、話、理性、理由(λόγος)
- 記憶、記憶力、思い出、追憶、メモリ(μνήμη)
- 脳、知性、正気(μυαλό)
- 神秘主義、神秘性への執着(μυστικισμός)
- 知能、知性(νοημοσύνη)
- 認知、知性作用(νόηση)
- 精神、心、理性、知性(νους)
- 幻、ヴィジョン、理想(όραμα)
- 物質、本質、うまみ(ουσία)
- 場、領域、フィールド(πεδίο)
- 精神、知性、趣旨、霊(πνεύμα)
- 問題、課題、不具合(πρόβλημα)
- 方位を定める、方向づける、志向する(προσανατολίζω)
- 方位、見当、方向づけ、進路指導(προσανατολισμός)
- 核、中心、果実の種、原子核(πυρήνας)
- 考える、思案する(σκέφτομαι)
- 考え、思考(σκέψη)
- 要素、成分、データ、元素、文字(στοιχείο)
- 意識、自覚、良心(συνείδηση)
- システム、体系、体制(σύστημα)
- 哲学、原理、人生観(φιλοσοφία)
- 黄金比、落としどころ(χρυσή τομή)
- 魂、心、精神、勇気(ψυχή)
- 冷たい、冷淡な、冷静な(ψυχρός)
同じ分類 [人] の単語
- 男の子(αγόρι)
- 姉、妹、姉妹(αδελφή)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 人間らしい水準の、人間の身体の(ανθρωπινός)
- 人間の、人間らしい、人道的な(ανθρώπινος)
- 人間、人、人類(άνθρωπος)
- 男、男性、夫(άντρας)
- 星、恒星、スター(αστέρας)
- 星、星形、スター(αστέρι)
- 個人、人物、原子(άτομο)
- 手先、回し者、スパイ(βαλτός)
- 財産、富、資産(βιο)
- 財産、富、資産(βιος)
- 人生、一生、生涯、生活様式(βίος)
- 隣人、近所の人、隣国の人々(γείτονας)
- 老人、年老いた人、年配の父親・夫(γέρος)
- 親、保護者(γονιός)
- 老婆、年配の女性(γριά)
- 女性、妻(γυναίκα)
- 先生、教師、教員(δάσκαλος)
- 市、自治体、住民、市民、行政サービス、市の組織、市役所(δήμος)
- 知性、知的創作物(法律)、天才、知の人(διάνοια)
- 空き巣、泥棒(διαρρήκτης)
- ドラコン、りゅう座(Δράκων)
- 聡明さ、高い知能、天才(ευφυΐα)
- 思春期の若者、ジュニア・ユース(έφηβος)
- 命、生命、人生、生活、活気、寿命(ζωή)
- イラクリス、ヘラクレス、ヘルクレス座(Ηρακλής)
- 英雄、ヒーロー、主人公、登場人物、当事者(ήρωας)
- 女神(θεά)
- インド人男性、インダス川、インディアン座(ινδός)
- 喫煙者、スモーカー(καπνιστής)
- カッシオペイア、カシオペア座(Κασσιόπη)
- 泥棒、クレフテス、綿毛の種(κλέφτης)
- 庶民、民草(κοσμάκης)
- ~様、貴婦人、先生、夫人(κυρία)
- ~氏、紳士、主人、主、主要な(κύριος)
- ラミア、人食いの女の怪物、貪欲で意地悪な女(λάμια)
- 強盗、詐欺師、悪徳業者(ληστής)
- 魔法、魔術、呪術(μαγεία)
- 魔女、女の魔術師(μάγισσα)
- 魔法使い、魔術師、名手、東方の三博士(μάγος)
- パセリ(μαϊδανός)
- パセリ(μαϊντανός)
- 母親、面倒見の良い人、達人、名人、原本(μάνα)
- メガイラ、意地悪で気むずかしい女(μέγαιρα)
- 若い、新しい、若者(νέος)
- 勝者、優勝者(νικητής)
- 勝者、優勝者(女性)(νικήτρια)
- 外国の、見知らぬ、外国人、よそ者(ξένος)
- チーム、グループ、集団(ομάδα)
- 名前、名称、名声(όνομα)
- 子供、子、若者(παιδί)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手(παίκτης)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手(女性)(παίκτρια)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手(παίχτης)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手(女性)(παίχτρια)
- 聖母マリア、パナギア(別形)(Παναγιά)
- 聖母マリア、パナギア(Παναγία)
- 手つかずの、乙女、処女、おとめ座(παρθένος)
- 海賊、もぐりの業者(πειρατής)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者(πολίτης)
- 顔、人物、人称、外観(πρόσωπο)
- 預言者、予言者(προφήτης)
- 預言者、予言者(女性)(προφήτισσα)
- 兵士、軍人(στρατιώτης)
- ストリグラ、民間伝承の女の悪霊、意地悪で気むずかしい女(στρίγκλα)
- ストリグラ、民間伝承の女の悪霊、意地悪で気むずかしい女(別形)(στρίγλα)
- 射手、弓使い、いて座、射手座(τοξότης)
- 狂気、無分別な行動、強い執着(τρέλα)
- キリスト、イエス・キリスト(Χριστός)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社(αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水(ανθρακούχο νερό)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム(αντηλιακή κρέμα)
- 重力(βαρυτική δύναμη)
- 重力場(βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光(βόρειο σέλας)
- ゆで卵(βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード(δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路(εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー(ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯(ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機(ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード(ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流(ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波(ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系(ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石(ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂(κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ(κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸(κιτρικό οξύ)
- 気候変動(κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン(κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 共用スペース(κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット(κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭(κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市(λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭(λειρί του κόκορα)
- 白魔術(λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子(μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 黒魔術(μαύρη μαγεία)
- ブラックホール(μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター(μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草(μη με λησμόνει)
- ドライアイス(ξηρός πάγος)
- デンタルフロス(οδοντική κλωστή)
- 虹(ουράνιο τόξο)
- クレジットカード(πιστωτική κάρτα)
- 食洗機(πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機(πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔(πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔(πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急(πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー(πυρηνική ενέργεια)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位(σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論(στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号(ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー(τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト(τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー(τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ(φακοί επαφής)
- 体育(φυσική αγωγή)
- 自然災害(φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ(χρυσή τομή)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
連語
哲学・思考
論理
社会
人