🏢

会社、団体

TODO

基本情報

ギリシャ語

εταιρεία

読み方

エテリア・エテリーア

ラテン文字表記

etaireia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 会社、企業
  2. 学会、協会、団体

英語訳

company, society, association

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の ἑταιρεία(仲間関係、結社、団体)を継承。

古代ギリシャ語の ἑταῖρος(仲間、同志、同行者)から派生した抽象名詞で、もとは「仲間どうしの結びつき」「同志のつながり」を表していた。古代アテナイでは政治クラブや結社を ἑταιρεῖαι と呼んだ。

ἑταῖρος はさらに ἕτης(同じ氏族の者、一族の者)にさかのぼる。語根は印欧祖語で「自己、自身」「自分の集団」を表す語に起源を持ち、ラテン語 sodalis(仲間、結社員)と同根。

「会社、企業」の意味はフランス語 compagnie / société、英語 company からの意味借用で近代に定着した。歴史的には Φιλική Εταιρεία(友愛協会、1814 年設立)が独立革命の準備組織として有名。

綴りは εταιρεία(古代の -εία を保った形)と εταιρία(簡略化された -ία の形)の二形が並行して使われる。教育・公文書・法律では εταιρεία、商業現場では両方が見られる。本ページは εταιρεία を見出しとし、εταιρία を別形として立てる。

派生語に εταιρικός(会社の、企業の)、συνεταιρισμός(協同組合)など。

「会社、企業」の意味で類義語に επιχείρηση(事業、企業)、関連語に οίκος(屋号、商社)、φίρμα(ブランド、商号)、τραστ(信託、トラスト)。

「学会、団体」の意味で関連語に σύλλογος(会、サークル)、σύνδεσμος(連盟、組合)、σωματείο(社団、組合)。

会社、企業

  • αεροπορική εταιρεία(航空会社)
  • ασφαλιστική εταιρεία(保険会社)
  • ανώνυμη εταιρεία(株式会社、ΑΕ)
  • εταιρεία περιορισμένης ευθύνης(有限責任会社、ΕΠΕ)
  • κατασκευαστική εταιρεία(建設会社)
  • φαρμακευτική εταιρεία(製薬会社)
  • ναυτιλιακή εταιρεία(海運会社)
  • μητρική εταιρεία(親会社)
  • θυγατρική εταιρεία(子会社)
  • εταιρεία τηλεπικοινωνιών(通信会社)
  • Δουλεύει σε μια μεγάλη εταιρεία πληροφορικής.
  • 彼は大きな IT 企業で働いている。
  • He works at a large IT company.
  • Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1995.
  • その会社は 1995 年に設立された。
  • The company was founded in 1995.

学会、協会、団体

  • Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία(ギリシャ数学会)
  • Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία(ギリシャ民俗学会)
  • Φιλική Εταιρεία(友愛協会、1814 年)
  • Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία(アテネ考古学協会)
  • επιστημονική εταιρεία(学術団体)
  • Είναι μέλος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας.
  • 彼はギリシャ対がん協会の会員だ。
  • He is a member of the Hellenic Anti-Cancer Society.

関連項目

同じ分類 [社会] の単語

同じ分類 [仕事] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語