
冷戦
TODO
基本情報
ギリシャ語
ψυχρός πόλεμος
読み方
プシフロス ポレモス・プシフロース ポーレモス
ラテン文字表記
psychros polemos
変化パターン
TODO
日本語訳
- 冷戦
英語訳
Cold War, cold war
語源・派生・関連語
ψυχρός(冷たい、冷淡な)と πόλεμος(戦争)からなる連語。英語 Cold War に基づく翻訳借用で、日本語の「冷戦」にあたる。
歴史・政治の文脈では、第二次世界大戦後、ΗΠΑ(アメリカ合衆国)と ΕΣΣΔ(ソビエト連邦)という二つの超大国のあいだで続いた、地政学的、イデオロギー的、経済的な対立の時期を指す。直接の大規模な武力衝突ではなく、緊張、軍拡、代理戦争、政治・経済・情報面の競争として現れた対立を表す。
そこから、武力衝突には至らないが、互いに敵対的な行動や強い競争が続く状況にも使われる。
関連表現に Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος(第二次世界大戦)、ΗΠΑ(アメリカ合衆国)、ΕΣΣΔ(ソビエト連邦)、υπερδύναμη(超大国)、γεωπολιτικός ανταγωνισμός(地政学的競争)、ιδεολογικός ανταγωνισμός(イデオロギー的競争)などがある。
冷戦
- ψυχρός πόλεμος(冷戦)
- ο Ψυχρός Πόλεμος(冷戦、歴史上の時期)
- μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο(第二次世界大戦後)
- ΗΠΑ και ΕΣΣΔ(アメリカ合衆国とソビエト連邦)
- γεωπολιτικός ανταγωνισμός(地政学的競争)
- ιδεολογικός ανταγωνισμός(イデオロギー的競争)
- οικονομικός ανταγωνισμός(経済的競争)
- Ο Ψυχρός Πόλεμος άρχισε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
- 冷戦は第二次世界大戦後に始まった。
- The Cold War began after the Second World War.
比喩的な冷戦
- ένας νέος ψυχρός πόλεμος(新たな冷戦)
- ψυχρός πόλεμος ανάμεσα σε δύο χώρες(二国間の冷戦)
- ψυχρός πόλεμος ανάμεσα σε εταιρείες(企業間の冷戦)
- Οι δύο πλευρές βρίσκονται σε έναν άτυπο ψυχρό πόλεμο.
- 両陣営は非公式な冷戦状態にある。
- The two sides are in an informal cold war.
関連項目
同じ分類 [社会] の単語
- 奮闘、闘い、試合 (αγώνας)
- 変化、変更、取り替え、交換 (αλλαγή)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 人間の、人間らしい、人道的な (ανθρώπινος)
- 決定、決心、判決 (απόφαση)
- 保険、社会保険 (ασφάλιση)
- 王、君主、バシレウス (βασιλεύς)
- 王、国王 (βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の (βασιλικός)
- 女王、王妃 (βασίλισσα)
- 助け、助力 (βοήθεια)
- 議会、国会議事堂、意志、決意 (βουλή)
- 世代、一族、ジェネレーション (γενιά)
- 創造、創作品、天地創造、被造世界 (δημιουργία)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 公の、公共の、国立の (δημόσιος)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 権利、権限、資格 (δικαίωμα)
- 奴隷制度、隷属、地役権 (δουλεία)
- 本部、議席、本拠地、座席、面 (έδρα)
- 民族の、国家の、国民の (εθνικός)
- 民族、国民 (έθνος)
- 平和、講和 (ειρήνη)
- 施し、喜捨 (ελεημοσύνη)
- 自由、独立 (ελευθερία)
- ギリシャの、ギリシャ語の (ελληνικός)
- 結合、連合、化合物 (ένωση)
- 会社、団体 (εταιρεία)
- 会社、団体 (εταιρία)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割 (θέση)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級 (ιεραρχία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム (καθυστέρηση)
- 規則、規範、ルール (κανόνας)
- 椅子、役職、権力の座 (καρέκλα)
- 蜂起、クーデター、社会運動 (κίνημα)
- 気候、雰囲気、風潮 (κλίμα)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共通の、共同の、共有の、普通の (κοινός)
- 共同体、コミュニティ (κοινότητα)
- 社会、交わり、共同生活 (κοινωνία)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい (κοινωνικός)
- 庶民、民草 (κοσμάκης)
- 世界、宇宙、人々 (κόσμος)
- 国家、国家権力 (κράτος)
- 円、周期、一連の活動、人の輪 (κύκλος)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市 (λαϊκός)
- 国民、民族、民衆、庶民 (λαός)
- 自由、独立 (λευτεριά)
- 質量、かたまり、大衆 (μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の (μαζικός)
- 証人、目撃者、殉教者 (μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- 構成員、手足、旋律、メロディ (μέλος)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- 生物、有機体、機関 (οργανισμός)
- 世界の、全世界の、万有の (παγκόσμιος)
- 祖国、故郷 (πατρίδα)
- 戦争、闘争、紛争 (πόλεμος)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者 (πολίτης)
- 売春、性的な不品行、色欲 (πορνεία)
- 物、もの、こと、件、事態 (πράγμα)
- 核、中心、果実の種、原子核 (πυρήνας)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 旗、国旗、象徴 (σημαία)
- 奴隷の身分、隷属、拘束 (σκλαβιά)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 衝突、対立、紛争、葛藤 (σύγκρουση)
- 意識、自覚、良心 (συνείδηση)
- 切開、切断、断面、交点、転換 (τομή)
- テーブル、食事、交渉の席 (τραπέζι)
- 義務、責務、負債 (υποχρέωση)
- 友人、親愛なる、友好的な (φίλος)
同じ分類 [時] の単語
- 世紀、時代、紀、代、非常に長い時間 (αιώνας)
- 日の出、東、東方、始まり (ανατολή)
- 春の、春らしい (ανοιξιάτικος)
- 午後、昼下がり (απόγευμα)
- 距離、隔たり (απόσταση)
- 晩、夕方、夜 (βράδυ)
- 世代、一族、ジェネレーション (γενιά)
- 誕生、発生、キリスト降誕図 (γέννηση)
- 秒、瞬間、角秒 (δευτερόλεπτο)
- 中断、停止、休暇、バカンス (διακοπή)
- 日没、西、西洋、衰退 (δύση)
- 週、週間行事 (εβδομάδα)
- 季節、時期、時代、時代区分 (εποχή)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン (ζώνη)
- 日、昼間、一日、日付、時代、時期 (ημέρα)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム (καθυστέρηση)
- 夏 (καλοκαίρι)
- 夏の、夏向きの、夏物の (καλοκαιρινός)
- 円、周期、一連の活動、人の輪 (κύκλος)
- 分、セント、角分 (λεπτό)
- 日、昼間、一日、日付、時代、時期 (μέρα)
- 真夜中、深夜 (μεσάνυχτα)
- 正午、昼どき、朝の遅い時間 (μεσημέρι)
- 手段、媒体、中間、経由で (μέσο)
- 月、一か月、月払い分 (μήνας)
- 夜 (νύχτα)
- 夜の、夜間の、夜勤の、夜想曲 (νυχτερινός)
- 夜更かし、徹夜、夜遊び (ξενύχτι)
- 夜更かしする、徹夜する、寝かせない、夜遊びする (ξενυχτώ)
- プログラム、予定、番組 (πρόγραμμα)
- 朝、午前、朝の早い時間 (πρωί)
- 第一の、最初の、首位の (πρώτος)
- 時計、時計台、メーター、アサガオ (ρολόι)
- 瞬間、短い時間、時点、句点 (στιγμή)
- 終わり、終点、終焉、料金 (τέλος)
- ブドウの収穫、採蜜、収穫期 (τρύγος)
- 秋の、秋らしい、秋向きの (φθινοπωρινός)
- 秋、秋のころ、衰えの時期 (φθινόπωρο)
- 冬の、冬季の (χειμερινός)
- 年、一年、学年 (χρονιά)
- 時間、時、期間、年、時制、タイム、拍 (χρόνος)
- 時間、時刻 (ώρα)
同じ分類 [軍事] の単語
- 航空の、空軍の (αεροπορικός)
- 防衛、防御 (άμυνα)
- 運動、練習問題、軍事演習、従事、行使 (άσκηση)
- 土台、基礎、基地、拠点、塩基 (βάση)
- 矢、や座、矢座 (βέλος)
- 線、路線、回線、方針 (γραμμή)
- 力、能力、勢力 (δύναμη)
- 攻撃、襲撃 (επίθεση)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン (ζώνη)
- 敗北、敗戦 (ήττα)
- 雄羊、牡羊、破城槌、おひつじ座、牡羊座 (κριός)
- 狼、オオカミ、雄狼、旧式銃の撃鉄、おおかみ座 (λύκος)
- 戦闘、争い、闘い (μάχη)
- 運命, 宿命, 分け前, 組織単位, 度 (μοίρα)
- 武器、兵器 (όπλο)
- 戦争、闘争、紛争 (πόλεμος)
- 火、炎、砲火、攻撃 (πυρ)
- 核の、原子力の、核兵器の (πυρηνικός)
- 起爆する、誘発する、点火する (πυροδοτώ)
- 突風、一斉射撃 (ριπή)
- イワシ、サーディン、階級章、袖章 (σαρδέλα)
- 兵士、軍人 (στρατιώτης)
- 軍隊、陸軍、軍 (στρατός)
- 衝突、対立、紛争、葛藤 (σύγκρουση)
- 弓、アーチ、弧 (τόξο)
- 射手、弓使い、いて座、射手座 (τοξότης)
- 照明弾、信号弾、フレア、花火 (φωτοβολίδα)
- 冷たい、冷淡な、冷静な (ψυχρός)
同じ分類 [政治] の単語
- 土台、基礎、基地、拠点、塩基 (βάση)
- 王、君主、バシレウス (βασιλεύς)
- 王、国王 (βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の (βασιλικός)
- 小さな王、レグルス (βασιλίσκος)
- 女王、王妃 (βασίλισσα)
- 議会、国会議事堂、意志、決意 (βουλή)
- 民主主義、民主政 (δημοκρατία)
- 市、自治体、住民、市民、行政サービス、市の組織、市役所 (δήμος)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 力、能力、勢力 (δύναμη)
- 地面、領土、土台、条件 (έδαφος)
- 本部、議席、本拠地、座席、面 (έδρα)
- 民族の、国家の、国民の (εθνικός)
- 民族、国民 (έθνος)
- 平和、講和 (ειρήνη)
- 選挙、選出、選抜 (εκλογή)
- 自由、独立 (ελευθερία)
- 質問、問い、国会質問、疑問文 (ερώτηση)
- 蜂起、クーデター、社会運動 (κίνημα)
- 社会的な、人付き合いのよい (κοινωνικός)
- 政党、コンマ、切れ目 (κόμμα)
- 政府、政権、統治 (κυβέρνηση)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市 (λαϊκός)
- 自由、独立 (λευτεριά)
- 戦闘、争い、闘い (μάχη)
- 正教会の管区、大聖堂、母都市 (μητρόπολη)
- 県、行政区 (νομός)
- 方位を定める、方向づける、志向する (προσανατολίζω)
- 方位、見当、方向づけ、進路指導 (προσανατολισμός)
- 首都、中心地 (πρωτεύουσα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- システム、体系、体制 (σύστημα)
- 傾向、電圧、張り (τάση)
- 大臣、長官 (υπουργός)
- 票、投票、賛成票、小石 (ψήφος)
- 冷たい、冷淡な、冷静な (ψυχρός)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 人権 (ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
連語
政治
軍事
時